MAKING OF

«Aισθάνομαι σα να μπαίνω σε χειρουργείο»

«Aισθάνομαι σα να μπαίνω σε χειρουργείο»

Ο Διονύσης Σαββόπουλος θυμάται το Κούρεμα, ακριβώς 30 χρόνια μετά.

Από τον Βύρωνα Κριτζά.

 

Το Μάιο του 1989, εν μέσω πολιτικών σκανδάλων και γενικότερης εθνικής σήψης, ο Διονύσης Σαββόπουλος κυκλοφορεί ένα δίσκο με τίτλο Το Κούρεμα. Ο αλλοτινός επαναστάτης της σκεπτόμενης Αριστεράς κόβει τα μαλλιά και τα γένια του, κάνει την αυτοκριτική του, τάσσεται υπέρ του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη (ως προσωρινή λύση ανάγκης) και βλέπει το κοινό του να συρρικνώνεται σημαντικά.

Πολύ θόρυβος έγινε τότε. Επικεντρωμένος περισσότερο στην ψήφο του Σαββόπουλου, παρά στο ίδιο το έργο και σε αυτά που έλεγε. Ασφαλώς υπήρξαν και διεισδυτικές ματιές, που κοίταξαν πέρα από το αναμενόμενο «σοκ». Σε ένα κείμενο-κλειδί για την κατανόηση της εν λόγω χειρονομίας, που δημοσιεύτηκε στην Ελευθεροτυπία το 1989, ο Ευγένιος Αρανίτσης σημειώνει τα εξής: «Θα πρέπει να είναι πολλοί εκείνοι που πιστεύουν ότι με το ν’ αλλάξει πρόσωπο ο Σαββόπουλος πρόδιδε τη θλίψη και το σεβασμό που ένιωθαν για τις χαμένες ψευδαισθήσεις εκείνης της ηρωικής πολιτικής αναζήτησης, που τα συντρίμμια της χρησίμευαν για να οικοδομηθεί ο παραλογισμός του ΠΑΣΟΚ. Η σημερινή μικροαστική νεολαία δεν αισθάνεται ούτε καν φρίκη, όταν βλέπει την εικόνα του κόσμου από τον οποίον προήλθε. Είναι κρίμα που ανέχεται καμιά φορά να την ξεγελάνε με το να απευθύνονται σ’ αυτήν σα να βρισκόμαστε στο ’75, όταν οι ιδεολογίες ξεπετάγονταν σαν τα πυροτεχνήματα. Το μήνυμα του Σαββόπουλου είναι η δική του προσωπική ήττα στη μάχη με τις ελπίδες, η εξουδετερωμένη δυνατότητα μιας εφηβικής γιορτής, που θα κρατούσε επ’ άπειρον την Ελλάδα φωταγωγημένη από τις φλόγες του “Μπάλλου”. Είναι ένα μήνυμα τόσο οδυνηρό και ασύμφορο, που κινδυνεύει να περάσει απαρατήρητο».

Ακριβώς 30 χρόνια μετά, καθισμένος στο γραφείο του στο Κολωνάκι με ένα πούρο να καίει αργά στο τασάκι, ο Διονύσης Σαββόπουλος μιλάει για μία από τις πιο αμφιλεγόμενες αλλά και θαρραλέες καλλιτεχνικές κινήσεις της Ελλάδας του 20ου αιώνα.

R 3103917 1440361349 9237.jpeg 

 

Κύριε Σαββόπουλε, τι είναι αυτό που έχει χαραχτεί μέσα σας πιο έντονα από το Κούρεμα;

(Παύση) Αυτό που μου ‘ρχεται στο μυαλό αμέσως είναι η αντίδραση του κοινού που αντιμετώπισα. Και την αντιμετώπισα επί σκηνής, ως ερμηνευτής. Σαν συνθέτης είχε τελειώσει η δουλειά μου, ωραία-ωραία - και δεν είχα κανένα πρόβλημα (γέλια). Πρόβλημα είχε αυτός που έπρεπε να βγει στη σκηνή να τα πει…

Που τύχαινε να είναι ο ίδιος...

Που τύχαινε να είναι ο ίδιος. Θυμάμαι ένιωθα κάτι παραπάνω από τρακ. Ένιωθα έναν ψιλοτρόμο για αυτά που έπρεπε να πω. Και ήρθε και το κράξιμο από κάτω, οπότε σαν ερμηνευτής ξίνισα. Δηλαδή η φωνή έχασε τις νότες της παρηγοριάς, του χιούμορ. Ξέρεις, όταν σου επιτίθενται, μαζεύεσαι, αμύνεσαι. Ε, αυτό όμως σε σκληραίνει, βγάζεις νύχια. Δεν είναι καλό αυτό για τον ερμηνευτή, ούτε για το τραγούδι.

Τα τραγούδια του δίσκου ξεκινούν να γράφονται το 1988. Θυμάστε τι σας είχε δώσει το ερέθισμα να γράψετε και να στήσετε καινούργια παράσταση, μετά από πολλά χρόνια;

Ναι, δεν είχα κάνει καμία παράσταση… Έπαιξα βέβαια στο Ολυμπιακό, που με στενοχώρησε γιατί είχαμε μεγάλα τεχνικά προβλήματα. Ήταν κατάμεστο το στάδιο, αλλά πραγματικά αναρωτιόμουνα «εγώ τώρα τι δουλειά έχω εδώ μέσα;» Δεν το ευχαριστήθηκα. Στεναχωρέθηκα με το Ολυμπιακό. Οπότε μετά έπεσα σε μια μούγγα. Και με ξανάβγαλε στη σκηνή ο Χατζιδάκις, το ’88 στον Σείριο.

26457691 A149162

Πώς πήρατε μπρος όμως για να γράψετε τραγούδια;

Θα σου πω. Ένα πρωί συνόδευσα το μεγάλο μου γιο στην Κόρινθο για να παρουσιαστεί στο στρατιωτικό του. Έτσι όπως φτάσαμε λοιπόν στην πύλη και αποχαιρετιστήκαμε και τον είδα να μπαίνει μέσα μαζί με τα άλλα παιδιά, συγκινήθηκα. Και θυμήθηκα ότι εγώ στα χρόνια μου απέφυγα τη στράτευση, παίρνοντας τρελόχαρτο. Βέβαια υπήρχε η δικαιολογία ότι ήτανε Χούντα τότε, από την οποία είχα ήδη ταλαιπωρηθεί. Αλλά από την άλλη οφείλουμε να αντιμετωπίζουμε τις δυσκολίες της ζωής στα ίσα. Όχι να τις αποφεύγουμε παριστάνοντας τον τρελό. Δε δείχνει ακεραιότητα μια τέτοια στάση – για τα δικά μου τα μέτρα τουλάχιστον. Δε δείχνει αντρισμό. Αισθάνθηκα ντροπή. Όπως καθόμουνα λοιπόν και περίμενα το λεωφορείο για να γυρίσω πίσω στην Αθήνα, ένιωσα ρε παιδί μου την ανάγκη να πετάξω από πάνω μου όλες αυτές τις αυταπάτες… Τη σύγχυση… Τα ιδεολογήματα… Και αυτό είναι το πρώτο τραγούδι που έγραψα για το δίσκο, το «O γιος που πάει στο στρατό». Ως μια ανάγκη για εξομολόγηση. Να δούμε πιο καθαρά τα πράγματα. Να φύγουν οι ψευδαισθήσεις.

Λέτε συχνά στις συνεντεύξεις πως είναι στη φύση του τραγουδοποιού να λέει αυτό που σκέφτεται, όμως δεν μπορώ να σκεφτώ άλλον Έλληνα τραγουδοποιό που να συγκρούστηκε τόσο θαρραλέα με μια μεγάλη μερίδα του κοινού του μέσα από ένα έργο, ρισκάροντας τα πάντα. Θέλω λοιπόν να σας ρωτήσω αν υπήρξαν μέσα σας ενδοιασμοί και πώς αυτοί ξεπεράστηκαν…

Όχι, στο δημιουργό δεν υπάρχουν ενδοιασμοί. Υπάρχουν στον ερμηνευτή. Ο οποίος βγαίνει μετά και τρώει το κράξιμο. Εκεί πέρα πια σκεφτόμουνα «την άλλη φορά πρέπει να προσέξω...». Κι όταν έπιανε πάλι δουλειά ο δημιουργός, το ξέχναγε αυτό και ήθελε να το πάει μέχρι εκεί που πήγαινε! Σα να ήταν άλλος ο συντάκτης και άλλος ο εκτελεστής. Αυτό συμβαίνει πάντα. Ούτε σκέφτομαι ότι θα το πω εγώ αυτό που γράφω. Το ξεχνάω.

Όταν είδατε να αδειάζει το μαγαζί στο Zoom που παρουσιάσατε για πρώτη φορά τα τραγούδια του Κουρέματος, πώς αισθανθήκατε; Πώς είναι να το βιώνει κανείς αυτό, όντας μάλιστα πολύ δημοφιλής;

Επειδή είχα καιρό να παίξω και διαδόθηκε αμέσως ότι έχω καινούργια τραγούδια, υπήρξε πολύ ενδιαφέρον. Οπότε στην πρεμιέρα πια, το μαγαζί ήταν sold out για 20 παραστάσεις (τότε παίζαμε σχεδόν κάθε μέρα). Τις πρώτες 20 μέρες ήταν τίγκα το Zoom. Με ένα ακροατήριο παγωμένο. Παγωμένο… Φεύγανε βαρείς κι ασήκωτοι. Άρχισαν τα μουρμουρητά… Ε και κάποια στιγμή άρχισαν να μου πετάνε πενταροδεκάρες… Κάποιοι φώναζαν «αίσχος!»… Άλλοι φεύγανε… Και μετά το μαγαζί έφτασε να έχει μέσα 30 άτομα, 35 άτομα. Δεν αισθάνθηκα καλά. Αισθάνθηκα μόνος μου. Αλλά ευτυχώς είχα μεγάλη συμπαράσταση από την Ελευθερία Αρβανιτάκη που ήταν μαζί μου, τον Παναγιώτη Καλατζόπουλο που ήταν ο μαέστρος και τους άλλους μουσικούς. Ζήτησα να συνεχίσουμε να παίζουμε. Παραιτήθηκα από τη δική μου αμοιβή και είπα στον Χρονόπουλο «θέλω να το συνεχίσω». Με τον τρόπο αυτό, πραγματοποιήσαμε πάνω από 60 παραστάσεις. Το κλίμα ήταν πολύ βαρύ… Όχι μόνο μέσα στην αίθουσα. Με ξεφωνίζανε και οι εφημερίδες. Οι πολιτιστικές στήλες, τα παραπολιτικά…  Συνάδελφοί μου, μου επιτέθηκαν μέσα από τις εφημερίδες! Ο Πάνος Κατσιμίχας... Ο Χατζηνάσιος… Στέλνανε επιστολές όπου με καταγγέλλανε ηθικά και ιδεολογικά.

Screenshot 3

Από κοντινούς ανθρώπους είχατε υποστήριξη;

Ναι. Ο μεγάλος μου γιος (αυτός που είχε πάει στο στρατό) έστειλε γράμμα στην Ελευθεροτυπία. Μια επιστολή που υποστήριζε το μπαμπά του! Ναι… Φυσικά, με κάτι ανοησίες που λέγανε ότι τα τραγούδια αυτά τα έγραψα για να καλοπιάσω τη Νέα Δημοκρατία, να πάρω κανένα Υπουργείο, με κάτι τόσο βλακώδη και χονδροειδή σχόλια, δεν έκατσα καν να ασχοληθώ. Τα ίδια προβλήματα δε, είχε η παράσταση όταν ανέβηκε στη Θεσσαλονίκη. Και θυμάμαι εκεί πάλι ένα περιστατικό με τον μεγάλο μου γιο τον Κορνήλιο. Επειδή και εκεί με ξεφωνίζανε, θυμάμαι μια παρέα με πρόγκιξε, «δε ντρέπεσαι!» κλπ, οπότε σηκώθηκε ο μεγάλος μου γιος και πλακωθήκανε! (γέλια).

Πέρα από τη στεναχώρια, σας προκαλούσαν και κάποιου είδους ηδονή οι αντιδράσεις αυτές; Μήπως μετά τις 80.000 κόσμου στο Ολυμπιακό και μια πολύ δημοφιλή τηλεοπτική εκπομπή, είχατε ανάγκη έναν αντίλογο;

Όχι, καθόλου. Και ομολογώ μια αδυναμία μου: Δε μου αρέσει ο αντίλογος εμένα (γέλια). Έχω αυτό το ελάττωμα. Θέλω να μ’ αγαπάνε, να με χειροκροτάνε. Θέλω όταν λέω κάτι ή κάνω κάτι να βλέπω τους γύρω μου ευχαριστημένους και όταν δε γίνεται αυτό, στεναχωριέμαι. Αλλά σου λέω, όταν κάθομαι να γράψω, το ξεχνάω!

Ένας άνθρωπος όμως που θέλει να τον χειροκροτάνε, στο κατάμεστο Ολυμπιακό αναρωτιέται «τι κάνω εδώ;»…

Εκεί όπως σου είπα είχαμε τεχνικά προβλήματα. Η παραγωγή ήτανε χάλια… Τώρα κοίταξε, ηχητικά προβλήματα είχε και ο Λουκιανός στη Βουλιαγμένη. Αλλά εκεί δεν πείραζε πολύ, γιατί κάνανε μπάνιο στη θάλασσα, ήταν χαλαροί… Ενώ στο Ολυμπιακό είχαν έρθει να ακούσουν μια κανονική συναυλία. Εγώ είχα φτιάξει ένα ολόκληρο πλάνο για το πώς θα στηθεί, μου λέγανε «ναι ναι ναι» και δεν έγινε τίποτα απ’ αυτά. Υπήρχε απειρία από τη μεριά της παραγωγής. Ήμασταν απροετοίμαστοι!

Χωρίς τα τεχνικά προβλήματα, θα το χαιρόσασταν πάρα πολύ;

Ναι ναι, θα το χαιρόμουνα πάρα πολύ. Και ιδίως αν γινόταν το σενάριο όπως το ‘χα φτιάξει. Είχα συνεννοηθεί με τον στρατηγό Σαβράμη, των αλεξιπτωτιστών, να κατεβούν τα όργανα και οι μουσικοί από τον ουρανό. Μετά στο τέλος θα απογειωνόταν αερόστατο… Τίποτα από αυτά δεν έγινε. Επίσης, για πρώτη φορά στην Ελλάδα θα γινόταν συναυλία με λέιζερ! Κλείσαμε λοιπόν έναν Εγγλέζο, ο οποίος ήρθε, κάθισε, έφτιαξε ένα πρόγραμμα κλπ και μετά μας είπε ότι κάποιος πέρασε, σκόνταψε, τράβηξε το καλώδιο απ’ την πρίζα και σβήστηκε το πρόγραμμα! (γέλια). Ύστερα είχαμε παραγγείλει μηχανήματα ήχου από το εξωτερικό, αλλά δε φρόντισε η παραγωγή και μπλοκάρανε στο τελωνείο. Ή μου λέγανε ψέματα. Και τελευταία στιγμή, τρέχαμε και προσπαθούσαμε να φέρουμε ένα ηχητικό σύστημα από μια συναυλία του Μητροπάνου στα Τρίκαλα (γέλια).  Δηλαδή αισθάνθηκα σα μια νύφη που ετοιμάζεται για τη μεγάλη μέρα του γάμου της και χαλάνε όλα, πέφτει βροχή, τον γαμπρό τον πατάει αυτοκίνητο…

Ντέφι Σαββόπουλος

Πάμε πάλι στο 1989. Σε μια συνέντευξή σας στο περιοδικό Το Δέντρο τότε, είχατε πει το εξής: «Το 1965, όταν κάνανε κουμάντο οι καθωσπρέπει άνθρωποι, εγώ έπρεπε να είμαι το τσογλάνι και το φρικιό, για να τους τη σπάω. Όταν λοιπόν κάνουνε κουμάντο τα τσογλάνια και τα φρικιά, εγώ πρέπει να γίνω ο καθωσπρέπει, για να τους τη σπάω πάλι»… Το νιώθετε ακόμα αυτό;

Είναι συμβολική η κουβέντα αυτή. Εννοώ ότι πρέπει να υπάρχει ένα κατεστημένο για να είσαι επαναστάτης. Όταν τα πράγματα είναι πάρα πολύ τακτοποιημένα και σοβαρά σαν την ταφόπλακα, τότε έχει κάποιο νόημα να δημιουργήσεις ρωγμές. Αν δεν υπάρχει τίποτα, αν είναι όλα ένα μπάχαλο, τότε εσύ πρέπει να βρεις λίγη λογική. Να χρησιμοποιήσεις τον κοινό νου. Αυτό εννοώ. Το βαθύτερο συμφέρον του ανθρώπου, είναι η ελευθερία. Να μπορεί κανείς να εκφράσει αυτό που έχει μέσα του. Και ταυτόχρονα να υπάρχει ένας σεβασμός. Μια τάξη.

Πάμε να δούμε λίγο Το Κούρεμα τραγούδι-τραγούδι. Ξεκινάμε από το «Μην περιμένετε αστειάκια»…

Ναι. Κοίταξε, ήτανε μια εποχή που οι επιθεωρήσεις, τα σατιρικά νούμερα, οι εφημερίδες μιλούσαν σαρκαστικά για τον Ανδρέα Παπανδρέου, τη Δήμητρα Λιάνη, την Τράπεζα Κρήτης, τα Pampers… Eνώ το πρόβλημα ήταν βαθύτερο. Κι όταν το πρόβλημα είναι βαθύτερο, οφείλει κανείς να ξεκινάει από τον εαυτό του. «Εγώ είμαι ο πιο φριχτός» λέει το τραγούδι. Εγώ είμαι «ο κουρεμένος επαναστάτης».  Εγώ έκανα τη λούφα στο στρατό. Εγώ είμαι ο κωλοέλληνας… Αυτό είναι το βασικό αίσθημα με το οποίο γράφτηκε το «Μην περιμένετε αστειάκια».  

Πάμε στο «Ο άντρας και η γυναίκα δεν είναι ίσοι»…

Γενικά έχω παρατηρήσει από τη μητέρα μου, τις θείες μου, τις φίλες μας, τη σύζυγό μου κλπ, ότι οι γυναίκες είναι πιο κοντά στον κόσμο των αισθημάτων τους. Έχουνε περισσότερη αντοχή επίσης. Από αυτή την άποψη, με κάνουνε να αισθάνομαι ότι εγώ είμαι ο αδύναμος. Αλλά μην το πάρουνε και πάνω τους, γιατί οι άντρες έχουν ήδη παρακμάσει. Έχουν γίνει πολύ μαλθακοί. Στο τέλος δεν θα βρίσκουν άντρα οι γυναίκες με τόση ανωτερότητα.

Το επόμενο είναι «Η αποτυχία της Αριστέρας». Εντωμεταξύ οι τίτλοι είναι φουλ προβοκατόρικοι και πριν μου είπατε ότι η διάθεσή σας δεν είναι ποτέ να πάτε κόντρα…

Οι τίτλοι μπαίνουνε μετά. Έχει τελειώσει το τραγούδι και είμαστε στις πρόβες, οπότε αρχίζει να σκέφτεται ο περφόρμερ πια, κατάλαβες; Η αποτυχία της Αριστεράς εκείνη την εποχή, ήταν ότι αφέθηκε να συρθεί από το ΠΑΣΟΚ εν ονόματι ενός νεφελώδους προοδευτισμού. Η αποτυχία της Αριστέρας γενικά (γιατί όπου κυβέρνησε η Αριστερά άφησε ερείπια), είναι ότι μπέρδεψε το αίτημα για δικαιοσύνη με την άγρια εκμετάλλευση του αιτήματος για δικαιοσύνη. Επίσης το τραγούδι μιλάει για την εξής αλαμπουρνέζικη νοοτροπία: Όταν κάποιος λέει «η αλλαγή είναι αναγκαία» εννοεί συνήθως να αλλάξει ο άλλος, όχι να αλλάξει ο ίδιος.

Ή να αλλάξει ο κόσμος…

Μπράβο, να αλλάξει ο κόσμος και όχι εμείς. Είναι η στραβή αριστερούτσικη διαπαιδαγώγηση. Επίσης το «Η αποτυχία της Αριστεράς» έχει μια μουσική επική. Αυτό είναι ειρωνικό. Δηλαδή νομίζεις ότι θα πει κάτι αντιστασιακό - και λέει αυτά που λέει. Όπως στο « Σημαία από νάιλον», ή  στο  «Σ΄ ευχαριστώ ω εταιρία».

Το Κούρεμα

Πάμε στο «Εμείς του ‘60». Αυτό το λέτε μέχρι σήμερα στα live…

Ε ναι γιατί όλα τα άλλα που ακούμε στο Κούρεμα, που είναι της επικαιρότητας, έρχονται και κουμπώνουνε σε δύο κομμάτια. Στο «Εμείς του ‘60» και το «Καλοκαίρι». Το «Καλοκαίρι» λέει ότι ο θάνατος είναι καλό πράγμα. Αυτό που είναι να τελειώσει, να τελειώνει.

Πείτε μου πρώτα για το «Εμείς του ‘60». Πώς γράφτηκε αυτό;

Γυρνούσαμε με το συνεργάτη μου Νίκο Κεχαγιά από την Καλαμάτα, που είναι η πατρίδα του. Με πήγε με το αυτοκινητάκι του, να μου δείξει την πόλη που γεννήθηκε και μεγάλωσε. Πράγματι καθίσαμε δυο-τρεις μέρες, υπήρχε μια ωραία χορωδία του Ορφέα που έδωσε συναυλία... Μετά επιστρέφοντας με το αμάξι για Αθήνα, ακούγαμε αυτούς τους τοπικούς σταθμούς στο ραδιόφωνο και μπαίνει ένα τραγούδι των Platters. Νομίζω ήταν το “Only you”. Καθώς άκουγα το τραγούδι στο αυτοκίνητο και το απολάμβανα, είδα κόσμο έξω από μια εκκλησία. Ήταν Κυριακή και ο κόσμος έβγαινε από τη Λειτουργία. Οπότε με πλημμύρισαν αναμνήσεις από τις Κυριακές της εφηβείας μου, οι οποίες τι ήτανε; Το πρωί πηγαίναμε στον αυλόγυρο της εκκλησίας να συναντήσουμε τους συμμαθητές μας, να φάμε κουλούρι – και το βραδάκι είχαμε πάρτι. Που για μας ήταν μεγάλη υπόθεση, γιατί τότε τα σχολεία ήταν Αρρένων-Θηλέων και η μόνη περίπτωση να συναναστραφείς κορίτσι, ήταν στα πάρτι. Όπου οι δίσκοι ήταν Αμερικάνικοι. Οι Platters, ο Presley, o Paul Anka… Aυτά τα δύο πράγματα της Κυριακής λοιπόν, ο αυλόγυρος της Εκκλησίας και το πάρτι, ενωθήκανε μέσα μου και έβαλα στόχο να γράψω ένα τραγούδι που η μελωδία του να είναι σαν αυτές που ακούγαμε στα πάρτι και να υπάρχει και ένα τροπάριο μέσα. Αυτό έκανα.

Να βαρύνουμε λίγο το κλίμα και να πάμε στους «Κωλοέλληνες». Αυτό το γράψατε ήρεμος, σκεπτικός, ή ήσασταν εν βρασμώ; Προέκυψε δηλαδή κατόπιν «ωρίμου σκέψεως» που λέμε,  ή σαν ένα «άϊ στο διάολο»;

Ναι υπήρχε ένα τέτοιο πράγμα μέσα μου, κάτι έντονο – και ήθελα κάπως να το πω. Ξέρεις, εγώ μεγάλωσα με ιστορίες ηρώων, μεγάλωσα με την ιστορία της Ελλάδος, την ελληνική ποίηση, πολλές φορές χάζευα στις εκδρομές τον τόπο, την ύπαιθρο, τα νησιά, το φως… Μεγάλωσα έχοντας μια υψηλή ιδέα της Ελλάδος εν πάση περιπτώσει. Και η καθημερινότητα, ερχόταν να διαψεύσει αυτή την υψηλή ιδέα. Ε αυτό το πράγμα με θύμωνε μια φορά και με θύμωνε δύο φορές όταν, πηγαίνοντας να γράψω τέτοια πράγματα, διαπίστωνα πως αυτό το χάσμα υπάρχει και μέσα μου. Στους «Κωλοέλληνες» η μουσική πάλι έχει κάτι το εκκλησιαστικό. Τα λόγια είναι λίγο ιερεμιάδα. Νομίζω η μελωδία είναι αυτή που υποβάλει ότι αυτός που τραγουδάει δεν είναι απ’ έξω, ότι πενθεί.

Το «Μητσοτάκ»;

Το «Μητσοτάκ» είναι ένα τραγούδι πάνω στην ιδέα ότι στην πολιτική, δυστυχώς, ισχύει «το μη χείρον, βέλτιστον». Άμα ο υδραυλικός τα κάνει χάλια στο σπίτι, είναι υποχρέωση του νοικοκύρη να φωνάξει άλλον. Πρέπει να ανησυχούμε  για τη πνευματική του υγεία  αν συνεχίσει να φωνάζει τον ίδιον. Στην Ελλάδα ψηφίζουμε να φύγει κάποιος, δεν επιλέγουμε στ’ αλήθεια κάποιον. Εκτός από αυτούς που έχουν συμφέροντα. Kαι δεν είναι λίγοι…

Σε ομιλία του Μητσοτάκη από το βιβλίο Άξιος Εστι

Θέλω να σας κάνω μια ερώτηση αδιάκριτη: Γράψατε ποτέ τραγούδι υπό την επήρεια ουσίας; Έχοντας πιει π.χ. δυο-τρία ποτήρια ουίσκι;

Όχι. Ποτέ. Καπνίζω βέβαια και πίνω καφέδες... Πιάνω δουλειά απ’ το μεσημεράκι και γράψε-σβήσε το πάω σερί μέχρι τις οκτώ-εννιά. Και εκεί πια βάζω ένα ουίσκι και τα βρίσκω όλα πολύ ωραία! Ξυπνάω την επόμενη μέρα, βλέπω το χθεσινό και λέω «δεν είναι καλό, πρέπει να το ξαναφτιάξω».

Για το «Ο γιος μου πάει στο στρατό» μου είπατε στην αρχή, οπότε μένει το «Καλοκαίρι», που είναι και το αγαπημένο μου…

Ναι. Όταν έγραψα τα άλλα τραγούδια, σα να βγήκε από μέσα μου μια πίεση και χαλάρωσα. Έχει τέσσερα μέρη το τραγούδι αυτό. Και το κάθε μέρος έχει δικό του φωτισμό. Στο πρώτο μέρος, το φως είναι κάπως δοξαστικό. Η προκυμαία, οι τέντες, τo ανοιχτό πουκαμισάκι, η βανίλια και ένα άγαλμα μέσα στο παρτέρι. Παραπέμπει στην παιδική ηλικία. Το δεύτερο μέρος τώρα, έχει ένα φως πιο ρομαντικό. Μέσα απ’ τις γρίλιες του παραθύρου. Με μισολιωμένα φιλιά… Αυτό ταιριάζει πιο πολύ με τα νεανικά χρόνια. Στο τρίτο μέρος, μαυρίζει… Μιλάει για τη μέση ηλικία. Έχει πάλι φως, αλλά τι φως… Πάνω σε μια άσφαλτο όλο κατράμι, έρχεται μια μοτοσυκλέτα με αναμμένο το φως ενώ είναι μεσημέρι. Είναι ο ίδιος μοτοσυκλετιστής που διακρίνεται στο οπισθόφυλλο του Βρώμικου Ψωμιού με το άσπρο κράνος και μου λέει κάτι. Και είναι ο ίδιος που κουβάλησε τη μάνα μου Δεκέμβρη του ’44 για να γεννήσει, με μια μοτοσυκλέτα του ΕΛΑΣ. Και είναι ο ίδιος μοτοσυκλετιστής στο «Ζεϊμπέκικο» που από πίσω του τρέχουν σκυλιά.

Και υπάρχει και το τέταρτο μέρος του τραγουδιού…

Ναι, είναι σαν επίλογος. Σα να  ισορροπούν όλα αυτά. Μιλάει για το τέλος του καλοκαιριού, αλλά και για τον θάνατο. Γιατί πέφτοντας προσφέρει. Το λέει και στην Καινή Διαθήκη. Πρέπει να πέσει νεκρό το στάχυ για να φυτρώσει ο σπόρος. Δε φυτρώνει αλλιώς. Ο θάνατος είναι η προϋπόθεση για να έρθει το καινούργιο. Γι’ αυτό τελειώνει το τραγούδι με μια βεβαιότητα, ότι «μες τα κόκκινα της Δύσης του, ανατέλλει».

Αν η Ρεζέρβα φωτίζει τη σημασία του βιώματος, της οικογένειας και της καταγωγής και το Τραπεζάκια Έξω είναι μια έξοδος προς την κοινωνικότητα, ποιο θα λέγατε πως είναι το κεντρικό μήνυμα στο Κούρεμα;

Θα έλεγα ότι ζητάει την αλλαγή εκείνου που την επικαλείται πρώτα-πρώτα. Γιατί τη δεκαετία του ’80, το σύνθημα «ΑΛΛΑΓΗ» που ακολούθησε η πλειοψηφία, ήταν ένα άλλοθι για να μην αλλάξει τίποτα. Μ’ αυτές τις σκέψεις έχει φτιαχτεί ο δίσκος.

Ελάχιστα πράγματα έχουν ειπωθεί για το μουσικό μέρος. Τι ήταν αυτό που σας οδήγησε στις μινιμαλιστικές ενορχηστρώσεις που ακούμε;

Δεν ξέρω αν είναι μινιμαλιστικές. Μπαλάντες είναι τα τραγούδια, έχοντας στοιχεία από την εκκλησιαστική μουσική, αλλά και από την καντσονέτα, το πάρτι, το χιπ χοπ, τα βαλκανικά.  Κοίταξε, είναι η πρώτη φορά που δουλέψαμε (γιατί τότε εμφανίστηκε) σε ψηφιακή κονσόλα! Άπειρα κανάλια! Οπότε την κάναμε ψώνιο… Ο Καλατζόπουλος, ο Γκίνος… Ώρες ατελείωτες. Έχει μια ψυχρότητα ο ήχος και το άκουσμα της ορχήστρας στο Κούρεμα. Η οποία μας βγήκε από το ίδιο το μέσον που χρησιμοποιούσαμε. Δηλαδή όταν το ακούω αισθάνομαι σα να μπαίνω σε χειρουργείο, σα να μπαίνω σε ένα κουρείο, σα να βλέπω άσπρες ποδιές, σα να ανοιγοκλείνουνε ψαλίδια…

Ε γι’ αυτό λέγεται Το Κούρεμα

Μπράβο. Είδες;

Screenshot 2

Πάντως στα τέλη της δεκαετίας του ’80, ακούμε πολύ programming στους ελληνικούς δίσκους. Ένας ήχος ψεύτικος, πρόχειρος, κιτς. Θεωρείτε ότι υπήρξε μια υπερβολή ή ίσως και μια επιπολαιότητα στις παραγωγές εκείνης της εποχής;

Παρασυρθήκαμε. Παρασυρθήκαμε από τις δυνατότητες που έδινε η τεχνολογία. Το ίδιο πρόβλημα έχει και το Μη Πετάξεις Τίποτα, σε μικρότερο βαθμό όμως. Ε μετά στην πορεία το ξεπεράσαμε. Το ίδιο πρόβλημα υπήρξε στην δεκαετία του ΄70 που έγινε το stereo. Ακούς λαϊκά τραγούδια και κάνουνε χαριτωμενιές. Ακούς Στράτο Διονυσίου π.χ και είναι η μπότα στη μέση, το τύμπανο εκεί πέρα και τα πιατίνια αποδώ (γέλια).

Εσείς τι μουσικές ακούγατε όταν φτιάχνατε το δίσκο; Ας πούμε ένας φίλος μου είπε ότι μια επιρροή για το «Καλοκαίρι» μοιάζει να είναι το “Twist in my sobriety”…

Εκεί που παίζει το όμποε ε; Ναι. Από εκεί είναι επηρεασμένο.

Τι άλλα ακούγατε τότε;

Έλα ντε; Καλή ερώτηση. Κάτσε να θυμηθώ… Μου άρεσε ο Sting ,o Gabriel, οι Genesis. Van Morrison άκουγα πάντοτε. Από ελληνικά, ο Δημήτρης Παναγόπουλος  είχε βγει τότε, οι Φατμέ είχαν γράψει πράγματα καλά, ο Πορτοκάλογλου δηλαδή… Ήταν και ένας καλός ελαφροπόπ που μου άρεσε. Ο Ρακιντζής.

Η μετάβαση από το εξώφυλλο του Τραπεζάκια Έξω στο Κούρεμα, μου θυμίζει τη μετάβαση των Beatles από το εξώφυλλο του Sgt Pepper στο White Album. Από την πολυχρωμία στο λευκό δηλαδή. Πώς σας είχε έρθει η ιδέα για ένα απλό, λευκό εξώφυλλο που δείχνει μονάχα το πρόσωπό σας;

Τίποτα, άλλαξα εταιρία. Έφυγα από τη ΛΥΡΑ και πήγα στη Universal, που τότε λεγόταν Polygram. Δεν έχει κάποια σκέψη ιδιαίτερη.

Από τη ΛΥΡΑ γιατί φύγατε;

Ο Πατσιφάς πέθανε λίγες μέρες πριν το Ολυμπιακό Στάδιο. Πραγματικά αυτό με στεναχώρησε. Εγώ από 19 χρονών εκεί πέρα δούλευα, κατάλαβες; Ήταν ένας πατέρας, λιγάκι κωμικός, αλλά και χαριτωμένος και μορφωμένος, καταλάβαινε πολλά. Τέλος πάντων. Πέθανε ο Πατσιφάς και ο Μαραβέλιας που πήρε την εταιρία μου ανέθεσε να γίνω καλλιτεχνικός διευθυντής. Πολύ το χάρηκα. Έκανα κάποια πολύ συμπαθητικά πράγματα, ξαναέβγαλα το Μάκη Χριστοδουλόπουλο, βρήκα τις Δυνάμεις του Αιγαίου... Είχα ήδη κάνει παραγωγές στην Εκδίκηση της Γυφτιάς, τα Μπαράκια του Βαγγέλη Γερμανού, την Οπισθοδρομική Κομπανία… Αλλά μετά είχαμε διαφορές. Θέλησα να απομακρυνθώ. Δεν ήταν πια η ίδια εταιρία. Δέχτηκα λοιπόν μια πρόταση από την Polygram, η οποία ήταν μεγάλη πολυεθνική, οπότε είχε δικό της γραφίστα για τα εξώφυλλα. Στη ΛΥΡΑ δεν υπήρχαν αυτά τα πράγματα. Λέγαμε «θα το κάνει ο Αλέκος».

Οπότε έτσι προέκυψε το εξώφυλλο στο Κούρεμα

Ναι ήταν ένας designer, ο Πέτρος Παράσχης, πολύ καλό παιδί και καλός στη δουλειά του. Μου λέει, συνήθως φωτογραφία βάζουμε, λέω εντάξει. Και έκανε αυτό το εξώφυλλο, το οποίο είναι καλό αλλά πραγματικά διαφέρει εντελώς από τα υπόλοιπα. Και σαν ήχος όμως διαφέρει το Κούρεμα. Οπότε ταίριαξε.

Στα τέλη του 1989 επανήλθατε αφήνοντας ξανά γένια και μακριά μαλλιά. Γιατί;

Γιατί όταν ξυρίστηκα και κουρεύτηκα, κοιτάχτηκα στον καθρέφτη και ήμουνα σαν κώλος! Ήμουνα τρομαγμένος μ’ αυτά που επρόκειτο να πω, είδα και τη φάτσα μου στον καθρέφτη… Θυμάμαι είχαμε μια φίλη που ήταν κομμώτρια. Ξεκινώντας τις πρόβες, λέω θα ονομάσω το δίσκο Το Κούρεμα και την παράσταση Με Γεια Το Κούρεμα.. Και για λόγους θεάματος, θα κουρευτώ εγώ ο ίδιος! Φωνάζω την κοπέλα και της λέω «τα κόβεις τελείως». «Μα τελείως;» «Ναι τελείως». Σαν τον Σαμψών που έχασε τη δύναμή του. Και μάλιστα κουρεμένος από γυναίκα πάλι!

Ναι αλλά γιατί τα μακρύνατε μετά; Είπατε «τελείωσε το happening»;

Nαι ναι, τελείωσε το happening. Σε εμένα, το happening κάθε φορά έχει ένα ποιητικό πυρήνα. Αυτός ήταν που ήθελε να βγω σαν τιμωρημένος, σαν γελοίος, μ΄ άρεσε δεν μ΄ άρεσε. Δε νομίζω ότι είχα αποφασίσει πως θα είμαι για πάντα έτσι. Τα μαλλιά, τα γένια, είναι τρόπον τινά μυητικό σημάδι της γενιάς μου. Και τώρα που είμαι φαλακρός, βλέπεις πιάνω ένα κοτσιδάκι. Έτσι ήμασταν τότε. Είναι σα να αναγνωριζόμαστε, με αυτόν τον τρόπο ακόμα, ο ένας μας με τον άλλον.

STATUS

Θεωρείτε το Κούρεμα δικαιωμένο ως καλλιτεχνικό έργο;

(Παύση). Ε τώρα να νιώθω δικαιωμένος, με τους «Κωλοέλληνες» να έχουν γίνει καθεστώς..; Μαύρη δικαίωση. Κοίταξε, τα έγραψα με ανοιχτή καρδιά. Ήμουν ειλικρινής με τα τραγούδια αυτά. Τώρα τι αξίζουνε… Η επιθυμία μου δεν είναι να δικαιωθώ. Δεν ξέρω αν υπάρχει τέτοιο πράγμα. Η επιθυμία μου είναι να ωριμάσω, να γίνω καλύτερος, να  φτιάξω κάτι που να ‘ναι ωραίο, που να αντέχει στο χρόνο…

Αντέχει στο χρόνο το Κούρεμα;

Τα τραγούδια που έχουν μέσα πολλή επικαιρότητα, δυσκολεύονται. Αλλά υπάρχει το «Καλοκάιρι» και το «Εμείς του ‘60»… Και οι «Κωλοέλληνες». Το λέμε αυτό. Και βάζω τον Γιώτη τον Κιουρτσόγλου να κάνει τον αμανέ. Ίσως κάποτε να κάνω ένα focus πάνω στο Κούρεμα. Αλλά θα το έπαιζα πιο ζεστά και πιο μαλακά τώρα. Ήμουνα σφιγμένος. Σαν ερμηνευτής, όχι σαν συνθέτης. Αυτό που έλεγα δεν μπορούσε να παρηγορήσει τον άλλον, γιατί εγώ ο ίδιος ήμουν ο απαρηγόρητος.

Είναι επίκαιρο άλμπουμ σήμερα, μετά από κάποια χρόνια Αριστερής κυβέρνησης ή θεωρείτε άτοπες τις συγκρίσεις;

Ένα πράγμα που έχει μέσα του μια αλήθεια, είναι πάντοτε επίκαιρο.

Νιώθετε σήμερα ότι ανήκετε σε κάποιον συγκεκριμένο πολιτικό χώρο;

(Παύση) Να ανήκω, όχι, δεν ανήκω. Θα έλεγα ότι είμαι φιλελεύθερος. Όχι νεοφιλελεύθερος, φιλελεύθερος.

Που σημαίνει;

Ότι έχω ψηφίσει κατά καιρούς, σαν φιλελεύθερος, όλα τα γνωστά κόμματα του δημοκρατικού τόξου, ανάλογα με τα συμφέροντα της χώρας στη δεδομένη στιγμή όπως το καταλάβαινα.

Στα κόμματα βρίσκετε κάποιο …ενδιαφέρον;  

Συνήθως συμπεριφέρονται παλαιοκομματικά. Όπως παλιά, έτσι και τώρα... Ξέρεις εγώ στα πολιτικά δεν καταλαβαίνω πολλά πράγματα. Όταν βλέπω στην τηλεόραση δύο αντιπάλους να μιλάνε, μιλάει ο ένας συμφωνώ, μιλάει ο άλλος πάλι συμφωνώ. Για κάθε επιχείρημα, υπάρχει ένα αντεπιχείρημα. Αυτό όμως που με βοηθάει να καταλάβω, είναι η συμπεριφορά, το ύφος, το ήθος, ο τρόπος ομιλίας… Όταν ο τρόπος είναι χυδαίος, με ενοχλεί πολύ. Όχι απλώς για λόγους αισθητικής, αλλά γιατί η συμπεριφορά η χυδαία διαχέεται στον λαό. Και τον πηγαίνει πάλι πίσω, πολύ πίσω.

Έχω παρατηρήσει κάτι και θα ήθελα να μου το σχολιάσετε: Τα σημερινά ΜME, φιλοξενούν τη συνέντευξη ενός καλλιτέχνη ο οποίος συνήθως θέλει να μιλήσει για τη δουλειά του και τον χρησιμοποιούν για να προωθήσουν τα συμφέροντα του εκδότη ή του καναλάρχη. Πώς σας φαίνεται αυτό και πώς μπορεί κανείς να το αποφύγει;

Ε, και εμείς είμαστε λίγο τράβα με κι ας κλαίω. Αν δεν θες να παρασυρθείς, μην παρασύρεσαι.

20190517 192140

Έχετε πει ότι ο τρόπος που βλέπετε τον κόσμο αλλάζει κάθε 4-5 χρόνια. Μπορεί κανείς να το δει και στο έργο σας. Ποια είναι λοιπόν η τελευταία σας αλλαγή;

Ότι έχασα κιλά. Ότι προσέχω τη διατροφή μου. Και στο πάλκο είμαι πιο ανάλαφρος, πολύ καλύτερος. Περπατάω, κάνω βόλτες μέχρι κάτω στο Ζάππειο…

«Πηγαίνω βόλτα στο σταθμό/ κι αλλάζω θεωρίες» τραγουδούσατε κάποτε. Σας συμβαίνει ακόμα αυτό;

Ναι. Πριν 4-5 χρόνια έλεγα δε θέλω τηλεόραση, δε θέλω εφημερίδες, δε χρειάζονται. Σήμερα παρακολουθώ. Και μάλιστα βλέπω περισσότερη τηλεόραση, γιατί έχει βγει και το Netflix και επειδή έχω προβλήματα αϋπνίας, είναι μια θαυμάσια λύση.

Άλλη αλλαγή που βιώνετε;

Τα εγγόνια μου μεγαλώνουνε και απομακρύνονται. Αυτό το πράγμα με πειράζει λίγο. Ενώ πριν από πέντε-έξι χρόνια ήμουν ευτυχής. Πλέον με ακούνε έτσι λίγο αποστασιοποιημένα, με ένα ευγενικό χαμόγελο… Αν και ο μικρός μου έδωσε μεγάλη χαρά προχθές, γιατί μου ζήτησε αν έχω να του δανείσω τίποτα τιράντες (γέλια).

Και για να κλείσουμε, κύριε Σαββόπουλε: Αισθάνεστε ότι οι Έλληνες σας κατάλαβαν ως καλλιτέχνη και ως πρόσωπο; Γίνατε αντιληπτός;

Ναι, με κατάλαβαν. Και μάλιστα καθόλου λίγοι. Νομίζω ότι επικοινώνησα με το ακροατήριο. Χρειάστηκε όμως κάποια στιγμή να μικρύνει αριθμητικά το ακροατήριο αυτό. Μέχρι τα Τραπεζάκια Έξω, όλο και μεγάλωνε. Εκεί υπήρξε πρόβλημα πια. Γιατί ένας τόσο μεγάλος αριθμός ακροατών, βλέπει κάπως επιφανειακά. Υπάρχει μια επιφάνεια σ’ αυτό που κάνω, αλλά υπάρχει και κάτι άλλο παραμέσα, το οποίο όσο πιο καθαρό γινόταν, τόσο μίκραινε το ακροατήριο. Εγώ νομίζω ότι από τους Αχαρνής και μετά, γινόταν όλο και πιο καθαρό αυτό που ήθελα να πω.

Μα δεν είναι καθαροί δίσκοι ο Μπάλλος και το Βρώμικο Ψωμί;

Πεντακάθαροι νομίζω. Αλλά εγώ έπρεπε να προχωρήσω ανεξάρτητα από την δημοφιλία τους. Είτε με πολλούς είτε με λίγους πλάι σου, είναι μαγευτικό να προχωράς. Αλλιώς, πήγαινε στην σιγουριά του Δημοσίου.

LOGIN