MAKING OF

«Οι δονήσεις από τη φωνή του Βασίλη ήταν αυτές που είχα κι εγώ μέσα μου»

«Οι δονήσεις από τη φωνή του Βασίλη ήταν αυτές που είχα κι εγώ μέσα μου»

38 χρόνια μετά, οι δημιουργοί του τραγουδιού «Φοβάμαι» θυμούνται πώς έφτιαξαν αυτό το τέρας. 

  

 ΑΠΟ ΤΟΝ ΒΥΡΩΝΑ ΚΡΙΤΖΑ/ ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΑ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗΣ: 2020.




Μεταξύ μας, δεν είναι και τόσο εύστοχο να χαρακτηρίσεις το τραγούδι «Φοβάμαι» επίκαιρο. Κομμάτια όπως αυτό είναι πάντα επίκαιρα.

Από την άλλη, το συγκεκριμένο τραγούδι (και ιδίως το ρεφρέν-σύνθημα «φοβάμαι όλα αυτά που θα γίνουν για ‘μένα χωρίς εμένα»), έκανε πρόσφατα εκατοντάδες ανθρώπους να αναρωτηθούν στο YouTube αν «ακούει κανείς το 2020», εν αναμονή των εκάστοτε κυβερνητικών αποφάσεων.

Προσωπικά κάθε φορά που ακούω το «Φοβάμαι», το τελευταίο τραγούδι από τον ομώνυμο δίσκο του 1982 που καθιέρωσε τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου, πραγματικά απορώ πώς γίνεται να είναι τόσο τέλειο. Σκέφτομαι ότι ένα μέρος της δύναμής του, πηγάζει από την τέλεια αντίθεση ανάμεσα στον τίτλο και στο περιεχόμενο.

Οι σπουδαίοι στίχοι προέρχονται από ποίημα του Αντρέα Πανταζή. Συνδυάζουν το κοινωνικοπολιτικό στοιχείο με το ερωτικό, σε μια αλλόκοτη ζωγραφιά που στέκεται ισάξια δίπλα στις μεγάλες στιγμές του Τριπολίτη. Η μελοποίηση του Γιάννη Ζουγανέλη, έργο θαυμαστό δεδομένης της μη έμμετρης φύσης του κειμένου, αναδεικνύει τα λόγια λες και γράφτηκε παράλληλα μ’ αυτά. Ακόμη, η ερμηνεία του Βασίλη Παπακωνσταντίνου, στέλνει ανατριχίλες που απλά δεν μπορούν να επαναληφθούν σε εκπομπές του τύπου Στην Υγειά Μας. «Έψαχνα τρία χρόνια γι’ αυτά τα τραγούδια», δήλωνε ο ίδιος στο περιοδικό Μουσική όταν βγήκε ο δίσκος (Άνοιξη 1982). «Είχα την ανησυχία να δώσω κάτι αλλιώτικο, μη στρατευμένο πια, που να μην είναι κάτω από μια κομματική σημαία αλλά κάτι το αντίθετο. Να προβάλει και να προτείνει μια ελευθερία και αναζήτηση με κύρια βάση το συναίσθημα».

fovamai vasilis papakonstantinou

Βέβαια είναι κι άλλοι που συνέβαλαν καθοριστικά στο «Φοβάμαι». Σε μια εποχή που το ηλεκτρονικό τραγούδι δεν ήταν ακόμα κάτι το αυτονόητο για την Ελλάδα, ο Κώστας Γανωσέλης ενορχήστρωσε υποδειγματικά το κομμάτι με τα αχνιστά του συνθεσάιζερ. Ο ίδιος φαίνεται να γνώριζε τραγούδια τα οποία είχαν κάνει αίσθηση τότε στη ροκ κοινότητα που μπορούσε να δει πάνω από το Τείχος των Pink Floyd, όπως π.χ. το “Mr Crowley” του Ozzy Osbourne, αλλά αντί να τα αντιγράψει, τα ξεπερνάει. Όσες φορές και να ακούσεις το «Φοβάμαι», στα τελευταία δευτερόλεπτα αισθάνεσαι ότι έρχεται σύγκρουση. Σε συνέντευξή του σε αυτό εδώ το site, ο θρύλος της κονσόλας Άκης Γκολφίδης είχε χαρακτηρίσει το εν λόγω κομμάτι «τέρας», λέγοντας ότι πρόκειται για το σημαντικότερο κομμάτι-πρόταση από άποψη ενορχήστρωσης που έγινε ποτέ στην Ελλάδα. Ασφαλώς, σημαντική υπήρξε και η συνεισφορά του μηχανικού ήχου Πάνου Δράκου. Υπεύθυνος μεταξύ άλλων για όλους τους αριστουργηματικούς δίσκους της Πλάτωνος μέχρι και το Γκάλοπ, ο Δράκος κρατάει τη δική του επικίνδυνη ισορροπία.

Πρόθεσή μου ήταν να μιλήσω και με τους 5. Παρά τις έντονες προσπάθειες, βρήκα μόνο τους δύο βασικούς δημιουργούς. Ακολουθούν οι αφηγήσεις τους, χωρίς δικά μου λόγια:

Γιάννης Αντρέας Βασίλης

Γιάννης Ζουγανέλης (συνθέτης): «Μετά το δίσκο Ατρείδες (1980) στον οποίο επίσης συνεργαστήκαμε με τον Βασίλη, είχαμε αποφασίσει να κάνουμε κάτι διαφορετικό. Βέβαια υπήρχε και ένας κόσμος ο οποίος ψαχνόταν και ήθελε τέτοια διαφορετικά πράγματα. Υπήρχε στην Ευρώπη το new age, οι Genesis, πολλά… Και ξαφνικά πέφτουμε σε ένα ποίημα που μας αφήνει με το στόμα ανοιχτό».

Αντρέας Πανταζής (ποιητής): «Ήταν η δεκαετία του ’70. Όπου υπήρχε μια, πώς να το πω… Ένα αίσθημα ότι θα αλλάξουμε τον κόσμο, ο ενθουσιασμός, η ενέργεια... Μια εξέγερση ερωτική και κοινωνική. Διαδηλώσεις, πορείες... Όλα αυτά καταγράφηκαν, μέσα από εμπειρίες και μελέτη, θα έλεγα και με μία διαίσθηση, που αποδείχτηκε προφητική.

Γιάννης Ζουγανέλης: «Όταν ήρθε στα χέρια μου το βιβλίο του Πανταζή, πραγματικά εντυπωσιάστηκα. Το διαβάσαμε μαζί με το Βασίλη 2-3 φορές όλο. Δεν το διαβάσαμε απλά, το εκφωνήσαμε κιόλας, γιατί έχει σημασία. Να ακούγεται. Μετά απ’ όλο το βιβλίο κάναμε μια δικιά μας σύνθεση στίχων και δημιουργήθηκε έτσι ένα τραγούδι μεγάλης διάρκειας. Κάναμε ρεφρέν το “φοβάμαι ολ’ αυτά που θα γίνουν για ‘μένα χωρίς εμένα”, ένα στίχο που σήμερα με εκφράζει ακόμα περισσότερο».

esoteriko taxydromeio 500

Αντρέας Πανταζής: «Το ποίημα μπήκε στη συλλογή Εσωτερικό Ταχυδρομείο (1980), που ήταν μια συλλογική προσπάθεια φίλων. Άλλος ήταν τυπογράφος, άλλος έδωσε το χαρτί, άλλος έκανε σελιδοποίηση… Επειδή προφανώς δεν υπήρχε διανομή, πήγα μερικά βιβλία σε διάφορα κεντρικά βιβλιοπωλεία. Ένα βιβλιοπωλείο που πήγαινα συχνά, ήταν το Χνάρι. Είναι ένα στενάκι εκεί στην Ακαδημίας, στο ύψος της Ζωοδόχου Πηγής, που έρχεται κάπως διαγώνια. Εκεί ήταν η Μαρία που είχε χάσει και το φίλο της σε μια διαδήλωση. Τον είχαν χτυπήσει στο κεφάλι τα ΜΑΤ. Όταν έβγαλα λοιπόν το βιβλίο, πήγα και της άφησα μερικά αντίτυπα. Αυτοί όμως, είχανε έναν κύκλο, που έπαιρνε βιβλία και διάβαζε. Έτσι λοιπόν έπεσε και στα χέρια του Βασίλη. Μια μέρα ο Βασίλης τη ρώτησε: Πώς μπορώ να βρω αυτόν τον Πανταζή; Του λέει δεν ξέρω ούτε τηλέφωνο, ούτε διεύθυνση, ούτε τίποτα. Της κάνει ωραία, θα περιμένεις να περάσει ξανά και μόλις τον δεις φώναξέ τον. Και όντως μια μέρα που περνούσα από εκεί με φωνάζει η Μαρία και μου λέει σε ψάχνει ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου. Με τον Βασίλη συναντηθήκαμε στα Εξάρχεια. Μου είπε τι θέλει να κάνει, είχε επιλέξει δυόμιση σελίδες απ΄ το βιβλίο. Λέω εντάξει, το μόνο που θέλω είναι να μην αλλάξει και να μην αφαιρεθεί τίποτα. Προς τιμήν του, δεν αφαίρεσε ούτε μία λέξη. Στην αρχή επρόκειτο να το μελοποιήσει ο Μικρούτσικος. Αλλά επειδή είχε άλλο πρότζεκτ εκείνη την εποχή, τελικά έκανε τη μουσική ο Ζουγανέλης».

Γιάννης Ζουγανέλης: «Αν με δυσκόλεψε η μελοποίηση; Όχι, γιατί είμαι μεγάλο ταλέντο (γέλια). Έχω γράψει πάρα πολλή μουσική. Δεν υπερασπίζομαι αν είναι καλή η κακή, αλλά είναι πάρα πολλή. Όταν μπεις στη διαδικασία να φτιάξεις ένα φαγητό, θα το φτιάξεις. Μπορεί να βγει νόστιμο ή άνοστο, αλλά θα το φτιάξεις». 

Aντρέας Πανταζής: «Μου βγήκε πολύ εύκολα. Θυμάμαι ήταν απόγευμα προς βράδυ, είχε αρχίσει να βραδιάζει. Ήμουνα στο σπίτι που έμενα τότε μόνος και μια γιαγιά που θα έλειπε για μερικές μέρες, μου είχε φέρει κάτι κλουβιά με καναρίνια. Και τα είχα βάλει στη σειρά. Καθώς το σπίτι ήταν ψηλά και έβλεπα τα φώτα της πολιτείας να ανάβουν κάτω, ξεκίνησα να γράφω».

5 portrait

Γιάννης Ζουγανέλης: «Νομίζω ότι αυτό το τραγούδι (και αποστασιοποιούμαι από τη σκέψη ότι το έκανα εγώ), ήταν τομή για εκείνα τα χρόνια. Τομή και σε ιδεολογικό και σε αισθητικό και σε πολιτιστικό επίπεδο. Συνδυάστηκαν πολλά πράγματα. Η μοναδικότητα του Βασίλη Παπακωνσταντίνου που είναι μια κατηγορία μόνος του… Ο ποιητής Αντρέας Πανταζής που είναι μια χαμηλόφωνη δύναμη… Και ένας πάρα πολύ σημαντικός συντελεστής, που θα πρέπει να αναφερθεί με κεφαλαία γράμματα, ο ενορχηστρωτής Κώστας Γανωσέλης. Επίσης ταπεινός άνθρωπος, ο οποίος, πίστεψέ με, άλλαξε τις ισορροπίες σε όλο εκείνο το δίσκο. Βέβαια υπήρχαν κι άλλοι μουσικοί, όπως ο τεράστιος μπασίστας Ζηκογιάννης. Μέχρι και η ηχογράφηση στο στούντιο PDR του Πάνου Δράκου… Μπαίναμε μέσα στο στούντιο και ξεχνάγαμε τι κάνουμε. Δεν μπορώ να σου περιγράψω την αίσθηση!».

Aντρέας Πανταζής: «Όταν άκουσα το τελικό αποτέλεσμα ένιωσα μεγάλη ικανοποίηση. Γιατί οι δονήσεις από τη φωνή του Βασίλη ήταν αυτές που είχα κι εγώ μέσα μου».

Γιάννης Ζουγανέλης: «Είναι αλήθεια αυτό που έχεις ακούσει, ότι κανείς δεν κοιτούσε το ρολόι στο στούντιο και είχαμε όσο χρόνο θέλαμε. Υπήρχε πολυτέλεια στις παραγωγές, ακριβώς επειδή οι δίσκοι πουλούσαν πάρα πολύ. Επίσης είχαμε δημιουργήσει ένα συσχετισμό με την εταιρία για να μας εμπιστευτεί. Υπήρχε οικονομική άνεση όταν το φτιάχναμε. Στα live, αντίθετα, τα πράγματα ήταν αλλιώς. Θυμάμαι τότε στο Αχ Μαρία δουλεύαμε μεροδούλι μεροφάι να πούμε. Μόλις τέλειωνε η σεζόν, δεν είχα να φάω. Μια μέρα μου λέει ο παραγωγός μου ρε Γιάννη, δεν υπάρχουν λεφτά, θα παίξουμε στο Καυτανζόγλειο το Φοβάμαι, θες να ‘ρθεις να παίξεις τα σύνθια; Λέω καλά ρε πούστη, τσάμπα θα ‘ρθω; Μου λέει Γιάννη θα σου δώσουμε ένα ποσοστό. Γίνεται η συναυλία και ο Βασίλης γεμίζει το στάδιο, αλλά μιλάμε κατάμεστο, λες και έπαιζε ο ΠΑΟΚ με τον Άρη. Τελειώνει η συναυλία και με ρωτάει ο παραωγός: Ρε Γιάννη, τι μεροκάματο είχαμε πει;».

6 eleftherotypia

Aντρέας Πανταζής: «Δεν έχω πολλά να πω για το πώς το ακούω σήμερα. Το τραγούδι μιλάει από μόνο του. Έχει ένα καθολικό στοιχείο, που είναι βαθιά μέσα στον καθένα μας και άρα και σε ‘μένα».

Γιάννης Ζουγανέλης: «Όταν το άκουσα μιξαρισμένο, ήμουν πια ο αποδέκτης. Συγκινήθηκα πολύ. Γιατί είδα ότι με εξέφραζε πολιτικά, αισθητικά… Επίσης όπως σου είπα υποκλίθηκα στην ενορχήστρωση του Γανωσέλη και στους μουσικούς. Ένιωσα ότι το τραγούδι αυτό θα πάει στον κόσμο - και πήγε. Θυμάμαι στις συναυλίες που έκανε ο Βασίλης το καλοκαίρι του ‘83, το κοινό από κάτω ήξερε όλους τους στίχους. Και δεν είναι ένα τραγούδι βατό... Στον ίδιο δίσκο είχα επίσης τη “Στέλλα” και τον “Tρελό”. Σκέψου ότι μέχρι σήμερα και στις δικές μου συναυλίες που πάω και κάνω κατά καιρούς, μου φωνάζει ο κόσμος να πω αυτά τα τραγούδια. Και τα λέω καλύτερα από το Βασίλη! (γέλια)».

LOGIN