MAKING OF

«Προσπαθούσα σχεδιάζοντας τις άπειρες κόκκινες μπούκλες της να βρω την προσωπική μου γραφή»

«Προσπαθούσα σχεδιάζοντας τις άπειρες κόκκινες μπούκλες της να βρω την προσωπική μου γραφή»

Ο Στέφανος Ρόκος διηγείται το παρασκήνιο πίσω από 3 εξώφυλλα που έχει φιλοτεχνήσει. 

Επιμέλεια: Bύρωνας Κριτζάς

Φωτογραφίες: Δημήτρης Λεγάκης

 

Για πολλούς ο Στέφανος Ρόκος είναι ο πιο ταλαντούχος Έλληνας ζωγράφος της γενιάς του. Ο casual τύπος που γέμισε το Μουσείο Μπενάκη χωρίς να προδώσει την αισθητική του, ο πολύχρωμος κύριος με τα γκρίζα γένια που είδε την ποίηση στους κομιξάδες, το little boy lost που καρφίτσωσε τις ερωτικές του απογοητεύσεις στο πέτο, συμμετέχοντας έτσι σε ένα άτυπο group therapy με όσους βλέπουν στα έργα του κάτι από τον εαυτό τους.

Ο Ρόκος δεν φτιάχνει τέχνη ακριβώς – περισσότερο ζει μέσα στην Τέχνη. Τρώει μουσική, πηγαίνει βόλτες με ταινίες, κάθεται στα μπαρ δίπλα σε πίνακες. Κι αν η πολυδιαφημισμένη σχέση του με τη μουσική και τους μουσικούς για τον εξωτερικό παρατηρητή αναδύει ενδεχομένως κάτι το δημοσιοσχετίστικο, στην πραγματικότητα αποτελεί ένα από τα νήματα που τον οδηγούν στη δική του τέχνη. Μια τέχνη η οποία μεταδίδει συχνά κάτι από το ρίγος των στίχων και της μουσικής. 

Μολονότι τα τελευταία χρόνια παίζει διεθνώς, ως ιστοσελίδα που τιμά και αποτιμά το ελληνικό τραγούδι ζητήσαμε από εκείνον να μας γράψει δυο λόγια για εξώφυλλα ελληνικών δίσκων που έχει φτιάξει. Επέλεξε τρία που αγαπάει πολύ - και μας διηγήθηκε το παρασκήνιό τους: 

 

cdcovers 10

Interstellar Overdrive - Interstellar Overdrive (2000)

Αυτή η μικρή κυκλοφορία του πρώτου δίσκου των Interstellar Overdrive, ίσως είναι για μένα από τα πιο σημαντικά πράγματα που έχω κάνει μέχρι σήμερα. Ήμουν 22 χρονών, τεταρτοετής φοιτητής της Σχολής Καλών Τεχνών, όταν γνώρισα τον Ορέστη Καραμανλή στο Αν Club, σε ένα ιστορικό λάιβ της ελληνικής αγγλόφωνης εναλλακτικής ροκ σκηνής της εποχής, με τους Closer, τους Make Believe και τους Bokomolech. Καθόμασταν δίπλα, μπροστά στη σκηνή, και πιάσαμε καλλιτεχνική κουβέντα στα διαλείμματα μεταξύ των συγκροτημάτων, μαζί με την φίλη μου και συμφοιτήτρια τότε Μάρια Μπαχά. Διατηρήσαμε μια επαφή έκτοτε, και ανταλλάζαμε μουσικές απόψεις για καιρό, ώσπου αποφασίσαμε από κοινού να φτιάξω ένα έργο για τον πρώτο δίσκο του νεοσύστατου τότε συγκροτήματός του. Είχε δει τα σπουδαστικά μου έργα στην Σχολή και μου είχε δώσει μια φωτογραφία της κοπέλας του, να την ζωγραφίσω για το εξώφυλλο.

Εγώ εκείνη την περίοδο ήμουν σε σχέση με την Ιφιγένεια, και μαζί ζούσαμε όλη την καλλιτεχνική ευφορία της εποχής, εξερευνούσαμε οτιδήποτε παλιό και ανακαλύπταμε καθετί καινούργιο συνέβαινε στα εικαστικά, στη μουσική και στον κινηματογράφο, σαν να θέλαμε να συμπληρώσουμε όλα τα κενά, να μη μας ξεφύγει τίποτα. Ήταν λοιπόν αυτονόητο ότι η κοπέλα που θα ζωγράφιζα για το εξώφυλλο θα ήταν αυτή –και όχι η κοπέλα του Ορέστη–, κάτι το οποίο δεν σκόπευα να του αποκαλύψω παρά την τελευταία στιγμή.

Το πορτρέτο της Ιφιγένειας το δούλευα πάρα πολύ καιρό, περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο έργο εκείνα τα χρόνια, σε έναν χώρο στη Σχολή που έμενε ανοιχτός μέχρι το βράδυ, αφού είχαν τελειώσει τα μαθήματα και είχαν κλείσει τα εργαστήρια. Προσπαθούσα, σχεδιάζοντας τις άπειρες κόκκινες μπούκλες της, να βρω την προσωπική μου γραφή, να εκφράσω με τον καλύτερο δυνατό τρόπο την αίσθηση ενός πλουραλισμού που αργότερα αναπτύχθηκε σωστότερα στη ζωγραφική μου, να αντιμετωπίσω όλα τα προβλήματα ενός ζωγραφικού έργου –τη σύνθεση, το σχέδιο, το χρώμα– και να δώσω σε όλα αυτά ζωή μέσα από αυτό το πορτρέτο.

Στον δάσκαλό μου δεν άρεσε το αποτέλεσμα, ούτε σε κάποιους φίλους. Όμως εγώ το υποστήριξα πάρα πολύ γιατί το αγαπούσα. Έχει αυτήν την ειλικρινή, άγουρη και αφελή αλήθεια ενός ερωτευμένου φοιτητή που θέλει να αποτυπώσει το στίγμα του για πρώτη φορά στο εξώφυλλο ενός δίσκου και να το δει ο κόσμος. Κάπως έτσι ήταν και τα τραγούδια των Interstellar τότε. Προσπάθησα να βρω μια μουσικότητα στη γραμμή μου που να συμβαδίζει με τη λυρική ερμηνεία της Άρτεμης στον δίσκο, παρ’ όλο που αρχικά τα demos που είχα ακούσει ήταν με τη φωνή του Ορέστη.

Το πρώτο τραγούδι του δίσκου είναι το “In the cycle” και το εξώφυλλο είναι ένας μεγάλος κύκλος, από την κεντρική σύνθεση μέχρι το ολοστρόγγυλο πρόσωπο της Ιφιγένειας, τη γραμμή που ορίζει τα μάγουλά της, άλλα σημεία του πορτρέτου και την κάθε της μπούκλα.

Το αγαπάω αυτό το έργο και αυτήν την κυκλοφορία. Περιέχει πανέμορφα τραγούδια, καθώς και το υπέροχο “Its Golden Light” σε φωνητικά του Δημήτρη Ιωάννου από τους Bokomolech.

Με τον Ορέστη συνεχίσαμε για πολλά χρόνια να κάνουμε πράγματα μαζί – πλέον και σε πιο πειραματικά μονοπάτια. Έχω αναμειχθεί περισσότερο ή λιγότερο σε όλες τις κυκλοφορίες των Interstellar, και έχουμε παρουσιάσει πολλά πρότζεκτ παρέα. Έχω όμως ακόμα τη φωτογραφία της κοπέλας του από το 1999 σε ένα κουτί στο εργαστήριό μου. Πρέπει κάποια στιγμή να του την δώσω πίσω, να του πω ότι τελικά δεν την ζωγράφισα, και ότι στο εξώφυλλο είναι η Ιφιγένεια

 

cdcovers 02

Sigmatropic - Sixteen Haiku Αnd Οther Stories (2003)

Τον Άκη Μπογιατζή τον ήξερα από διάφορες άσχετες μεταξύ τους μεριές, ενώ πήγαινα ακόμα σχολείο. Ήταν συνάδελφος του πατέρα μου καθηγητής στα Τ.Ε.Ι., δάσκαλος Λυκείου στη Χημεία στο σχολείο της φίλης μου της Μυρτώς, και τον πετύχαινα συχνά σε εκθέσεις των γονιών μου και σε συναυλίες. Θυμάμαι όταν είχα πάει με τη Μυρτώ σε ένα λάιβ του Λάκη με τα Ψηλά Ρεβέρ στο Καφεθέατρο στην Κοδριγκτώνος γύρω στο 1994-1995, η Μυρτώ φώναξε με τεράστια έκπληξη βλέποντας τον μπασίστα του συγκροτήματος: «Αυτός ο κύριος είναι ο Χημικός στην τάξη μου!».

Με τον Άκη μιλούσαμε πάντα για μουσική. Ό,τι του έλεγα, ό,τι ανακάλυπτα εκείνη την εποχή, τους dEUS, τους Roxy Music, τους Sonic Youth, τους Dinosaur Jr, μου έλεγε ότι τους είχε δει πριν από τόσα χρόνια στην Αμερική ή κάπου αλλού, και εντυπωσιαζόμουν.

Είχα ψάξει εν τω μεταξύ τη μουσική από όλα αυτά τα συγκροτήματά του και τις αναρίθμητες συνεργασίες του –ό,τι μπορούσα δηλαδή, γιατί ήταν δεκάδες– και είχα διαμορφώσει στο μυαλό μου το προφίλ του: ένας σπουδαίος τρελομουσικός τρελοεπιστήμονας.

Αρκετά χρόνια μετά, όταν μου ανακοίνωσε την κυκλοφορία του καινούργιου του δίσκου των Sigmatropic –τον πρώτο και μοναδικό στα Ελληνικά–, το Δεκαέξι Χαϊκού Kαι Άλλες Ιστορίες, του εξέφρασα αμέσως την επιθυμία μου να κάνω εγώ το εξώφυλλο. Χάρηκα πραγματικά πάρα πολύ όταν με πήρε τηλέφωνο μετά από λίγες μέρες και μου είπε ότι δέχεται. Αμέσως ξεκίνησα να διαβάζω τα Χαϊκού του Σεφέρη, να ακούω τη μουσική προσέγγισή τους και να φτιάχνω μια σειρά από αρκετά μίνιμαλ σχέδια, τα οποία συμπεριλαμβάνονται στο booklet του cd.

Το εξώφυλλο που επιλέχθηκε είναι μια λεπτομέρεια από ένα χαρακτικό μου έργο, μια ασπρόμαυρη ξυλογραφία του 2000 με τίτλο “Chance Meeting”, εμπνευσμένη από το ομώνυμο τραγούδι των Roxy Music. Το έργο απεικονίζει μια κοπέλα που μισοκοιμάται, κουλουριασμένη, με φόντο ένα παριζιάνικο τοπίο, και τα τρία ψαράκια, που μόνον αυτά φαίνονται στο εξώφυλλο του δίσκου, βρίσκονται κανονικά στην κάτω δεξιά γωνία της ξυλογραφίας και ίσα που διακρίνονται. Το ένα ψαράκι φοράει μια κορώνα. Πήρα τη μήτρα, ξανατύπωσα τη λεπτομέρεια αυτή και έγινε το εξώφυλλο.

Την επόμενη χρονιά πληροφορήθηκα με μεγάλη μου χαρά ότι ολόκληρος ο δίσκος θα ξανακυκλοφορούσε σε μια νέα εκδοχή, μεταφρασμένος στα Αγγλικά, με καινούργια παραγωγή, και με απίστευτες συμμετοχές στα φωνητικά: η Cat Power, o Robert Wyatt, o Lee Ranaldo, η Laetitia Sadier, η Carla Torgerson, o Jim Sclavunos και πολλοί άλλοι, όλοι καλλιτέχνες που θαύμαζα από μικρός, θα τραγουδούσαν στο cd με εξώφυλλο τα ψαράκια μου, κι αυτά σε νέα εκδοχή.

athn 040919 rokos antwerp 6656

Αμέσως μετά την κυκλοφορία του δίσκου, κάπου το 2003, έγινε στο Μικρό Μουσικό Θέατρο η πρώτη λάιβ παρουσίαση του Sixteen Haiku And Other Stories με special guest τον Jim Sclavunos. Όπως είναι πιστεύω αυτονόητο, όντας φαντάρος εκείνη την περίοδο –αν θυμάμαι καλά στο Ναύπλιο–, σκαρφίστηκα διάφορα ψέματα για να πάρω άδεια προκειμένου να έρθω στην Αθήνα και να παρακολουθήσω το λάιβ. Όταν τελείωσε η συναυλία, πλησίασα τον Sclavunos και του ζήτησα να μου υπογράψει το καινούριο cd των The Vanity Set, που μόλις είχε κυκλοφορήσει. Του είπα ότι είχα κάνει το εξώφυλλο των Haiku, ότι ήμουν φαντάρος και ότι είχα έρθει για το λάιβ. Ο Sclavunos έσκυψε (πολύ), πήρε το cd των Vanity Set και μου έγραψε: Hey soldier boy, keep your head down! Love, Jim, δυο καρδούλες και το e-mail του.

Εκείνη τη στιγμή ξεκίνησε επίσημα η στενή φιλία που αναπτύχθηκε με εμένα και τον Jim και που 15 χρόνια μετά οδήγησε στη δημιουργία του Stefanos Rokos: Nick Cave & The Bad Seeds’ No More Shall We Part, 14 paintings, 17 years later. Σ’ ευχαριστώ πολύ, Άκη. 

 

αυτο το πλοιο.jpeg

Παύλος Παυλίδης - Αυτό Το Πλοίο Που Όλο Φτάνει (2010)

Το Αυτό Το Πλοίο Που Ολο Φτάνει είναι ένα από τα πιο αγαπημένα μου ελληνικά άλμπουμ και το αγαπημένο μου εξώφυλλο από αυτά που έχουν κυκλοφορήσει με δικά μου έργα, μαζί με το single Golden Rules της Piney Gir.

Άκουσα πρώτη φορά Ξύλινα Σπαθιά στα 15 μου, κάπου στις αρχές της δεκαετίας του ’90. Την ένταση που δεν μπορούσα να διαχειριστώ τότε ο ίδιος καλλιτεχνικά την έβρισκα στις συναυλίες τους, ελπίζοντας, ως ονειροπόλος έφηβος, ότι κάποια μέρα στο μέλλον το ίδιο που αισθανόμουν εγώ με τη μουσική τους θα μπορέσουν να το αισθανθούν κάποιοι άλλοι με τη ζωγραφική μου. Χρειαζόμουν τέτοια πρότυπα-δεξαμενές ενέργειας στην εφηβεία μου. Πολλές φορές με μπέρδευαν οι στιγμές που τα τραγούδια τους ξέφευγαν από την απόλυτη ροκ φόρμα της εποχής, όπως την είχα τότε εγώ στο μυαλό μου. Και αυτοί οι στίχοι, που ήταν περισσότερο αφήγηση ή ποίηση ή ένα ακαταλαβίστικο όνειρο παρά στίχοι ενός τραγουδιού, με μπέρδευαν ακόμη περισσότερο. Με μάγευαν αλλά δεν ήξερα γιατί. Αργότερα κατάλαβα.

Συνάντησα για πρώτη φορά τον Παύλο Παυλίδη περίπου 15 χρόνια αργότερα, ήταν καλεσμένος σε μια παράσταση του Φοίβου Δεληβοριά. Όταν συστηθήκαμε, με αγκάλιασε πάρα πολύ σφιχτά. Άκουσα κρακ-κρακ στη σπονδυλική μου στήλη, ένιωσα έναν μεγάλο πόνο στα κόκκαλά μου, αλλά δεν μπορούσα να φανταστώ ότι θα με πονούσε η μέση μου για τους επόμενους δύο μήνες.

Σύντομα ξαναβρεθήκαμε για να του προτείνω να γράψει ένα τραγούδι για τη συλλογή μου Horror & Romance on Another Planet, όπου Έλληνες και ξένοι μουσικοί κλήθηκαν να συνθέσουν πρωτότυπη μουσική εμπνευσμένη από τα έργα της καινούργιας μου τότε ενότητας. Αν και στην αρχή ήταν, νομίζω, αρκετά επιφυλακτικός, τελικά δέχτηκε με χαρά. Μου πρότεινε σαν ανταλλαγή να χρησιμοποιήσει για εξώφυλλο του καινούργιου του δίσκου, τον οποίο εκείνη την περίοδο ηχογραφούσε, ένα έργο μου από την έκθεσή μου του 2008 με τίτλο «Η πρώτη επαφή με τη φύση». Ήταν τεράστια τιμή για μένα. Στην πορεία μου ζήτησε να χρησιμοποιήσει και μια λεπτομέρεια από ένα άλλο έργο μου για το σαλόνι του άλμπουμ, από την έκθεσή μου Μετά Tο Δείπνο του 2007, το «Η Εξομολόγηση και το Δώρο». Δουλεύοντας πάνω στο artwork και παρακολουθώντας τα τραγούδια στην εξέλιξή τους, ολοκλήρωσα το αισθητικό αποτέλεσμα της έκδοσης με κάποια σχέδια που διακοσμούσαν τους στίχους, σχεδίασα τα γράμματα του τίτλου, και το «πλοίο που όλο φτάνει» που εμφανίζεται στο οπισθόφυλλο.

Παράλληλα ο Παύλος δούλευε το τραγούδι για τη δική μου συλλογή, ένα κομμάτι με ένα υπέροχο, αργό, υπνωτιστικό κιθαριστικό ριφ που το συνόδευε ένα απόκοσμο μουρμουρητό χωρίς λέξεις, το οποίο είχα επιλέξει ως το κομμάτι που θα έκλεινε το άλμπουμ. Για καιρό το άκουγα αμιξάριστο, δεν είχε τίτλο, ενώ οι 18 άλλοι μουσικοί που συμμετείχαν στο πρότζεκτ μού είχαν παραδώσει τα τραγούδια τους και περιμέναμε να μπούμε στο στούντιο, να γίνει το mastering και να τυπωθεί ο δίσκος.

Δυστυχώς ο Παύλος δεν πρόλαβε ποτέ να μου παραδώσει το τραγούδι λόγω των πολλών υποχρεώσεων του δικού του άλμπουμ. Ίσως το τραγούδι αυτό να ήταν για εμένα «αυτό το πλοίο που όλο φτάνει», γιατί το περίμενα μήνες. Την θέση του τελικά πήρε ένα εξαιρετικό τραγούδι της Krista Muir, το “Between Atoms”.

Λίγους μήνες μετά κυκλοφόρησε και το Αυτό Tο Πλοίο Που Όλο Φτάνει. Είχα πει στον Παύλο ότι το «Περιμένω» ήταν το κατάλληλο εναρκτήριο κομμάτι του δίσκου και είχε συμφωνήσει. Με έκπληξη το είδα τελευταίο στο tracklist και σκέφτηκα ότι και αυτό το γεγονός ταίριαζε στην αναμονή του χαμένου δικού μου τραγουδιού που πάντα περίμενα να φτάσει για να κλείσει το δικό μου tracklist. Έμοιαζαν άλλωστε αρκετά αυτά τα δύο τραγούδια μεταξύ τους, είχαν παρόμοια ατμόσφαιρα.

18157294 300851467014443 320556921121567572 n

Ο δίσκος κυκλοφόρησε το 2010, αρχικά μόνο σε cd, από την Archangel. Στο εξώφυλλο απεικονίζεται η γυναίκα του αγαπημένου μου φίλου μουσικού Stef Kamil Carlens, η Laurence, από μια φωτογραφία της που είχα τραβήξει λίγα καλοκαίρια πριν, στη Νάξο. Δίπλα της στέκεται τεράστια η κίτρινη γραφομηχανή του Stanley Kubrick. Στην έκδοση του cd το έργο είναι ελαφρώς ζουμαρισμένο και η γραφομηχανή δεν φαίνεται ξεκάθαρα. Στην επανέκδοση σε βινύλιο που ακολούθησε λίγα χρόνια μετά από την Inner Ear, το έργο είναι ολόκληρο και φαίνονται τα δάχτυλα του Kubrick.

Πριν από λίγες μέρες συναντηθήκαμε πάλι με τον Παύλο σε ένα από τα συχνά κλασικά μας φαγοπότια, συζητήσαμε συμπτωματικά για όλα τα παραπάνω, και συμφωνήσαμε ότι το Πλοίο είναι ένα ιδιαίτερα σημαντικό άλμπουμ στη δισκογραφία του. Κατά τη γνώμη μου είναι ένα ολοκληρωμένο και αυτόνομο έργο τέχνης, χάρη στο οποίο εξέλιξε έναν καινούργιο για τον ίδιο ήχο, που λειτούργησε ως ένα ενιαίο concept, όπου όλα τα τραγούδια δένουν μεταξύ τους αρμονικά και συμπληρώνουν ένα συγκεκριμένο όραμα. Τραγούδια που θεωρούνται πια κλασικά, όπως η «Λευκή Καταιγίδα», Το «Αυτό», Το «Ποδήλατο», «Η Ανάμνηση της Ευτυχίας». Και όλα τα άλλα, τελικά, τώρα που το σκέφτομαι. Το ακούω συχνά αυτό το άλμπουμ, έχει στιγματίσει μια πολύ έντονη περίοδο της ζωής μου και τη φιλία μου με τον Παυλίδη. Και πιστεύω ότι τελικά το πλοίο έφτασε εκεί που έπρεπε να φτάσει: στη Λάμψη του Παύλου, της Laurence και του Kubrick.

LOGIN