MAKING OF

«Μην ταμπελοποιείς, γιατί θα σου ‘ρθει τούμπα»

«Μην ταμπελοποιείς, γιατί θα σου ‘ρθει τούμπα»

Ο Στέφανος Κορκολής κάνει σκόνη και θρύψαλα τους μουσικούς καθωσπρεπισμούς (ΜΕΡΟΣ Α’).

 

ΤΟΥ ΒΥΡΩΝΑ ΚΡΙΤΖΑ 

 

Ό,τι μουσική κι αν ακούς, λογικά γνωρίζεις τον Στέφανο Κορκολή. Ξέρεις ότι είναι ο σημαντικότερος πιανίστας του ελληνικού τραγουδιού από τα 80’s μέχρι σήμερα. Μπορεί να σου πάρει λίγη ώρα μέχρι να τον αναγνωρίσεις ως σημαντικό δημιουργό (πρέπει πρώτα να ανακαλύψεις πόσα τραγούδια είναι δικές του συνθέσεις χωρίς να το ξέρεις!), όμως χρειάζεσαι μόνο μια στιγμή για να παραδεχτείς ότι είναι από τους πιο πολύπλευρους. Ένας καλλιτέχνης που μπορεί να ενώσει τις τελείες ανάμεσα στον Σοπέν, την αισθαντική ποπ και τον Μητροπάνο σε μία καθισιά, με τρόπο καλαίσθητο.

Βασικά, αυτό ακριβώς κάνει στο ζωντανό πρόγραμμα που παρουσιάζει στη Σφίγγα. Κάθε Παρασκευή του Νοέμβρη, μαζί με τη χαρισματική τραγουδίστρια Σοφία Μανουσάκη. Έτυχε να βρεθώ στην πρεμιέρα σε ένα ασφυκτικά γεμάτο μαγαζί - και πέρα από την εκτελεστική του δεινότητα αυτό που θαύμασα ήταν το «νεύρο» του, το δόσιμό του, τόσο στα δικά του τραγούδια όσο και στων άλλων. Ο ίδιος, φανερά χαρούμενος. Γυρίζοντας την πλάτη ελαφρώς δεξιά κάθε τόσο για να χαμογελάσει στον κόσμο κάτω, ήταν ταυτόχρονα ο preacherman και το παιδί που κάθεται στην τελευταία καρέκλα της εκκλησίας.

Λίγες μέρες πριν, σε μια δίωρη επίσκεψη στο σπίτι του, έχω γνωρίσει έναν ενθουσιώδη άνθρωπο με ανάλογες γοητευτικές αντιθέσεις. Φοράει τις trademark μαύρες αρβύλες, τα κορδόνια των οποίων είναι ίσως το νήμα σύνδεσης με την ποπ νεότητά του, και την ίδια στιγμή μου μιλάει με σεβασμό για τον Κ. Π. Καβάφη. Λιγότερο αυστηρός απ’ όσο δείχνει στις φωτογραφίες, περισσότερο cool.

Στη συνέντευξη-ποταμό που έδωσε στο Sounds Greek to me, θυμάται τους πιο σημαντικούς σταθμούς μιας πορείας με μεγάλες διακρίσεις, αναποδιές και συναρπαστικές εναλλαγές. 

Ακολουθεί το Α’ ΜΕΡΟΣ:

IMG 4075

Κύριε Κορκολή, ας υποθέσουμε ότι δεν ήμουν εδώ τώρα και είχατε μια ώρα ελεύθερη. Τι θα παίζατε στο πιάνο: Μπετόβεν, Μίκη Θεοδωράκη ή «κάτι πιο ποπ»; 

Θα έπαιζα την «Επαναστατική» του Σοπέν. Με αυτήν ξεκινάω και την παράσταση στη Σφίγγα. Στην κόντρα μιας μουσικής σκηνής, ξεκινάω με Σοπέν.

Για να τους «κουφάνετε»;

Δεν το κάνω με την έννοια της επίδειξης. Είναι ένα υπέροχο μουσικό κομμάτι, επομένως είναι καλό για αυτούς που δεν το ξέρουν, να το ακούσουν. Όσο για τον Θεοδωράκη που ανέφερες, θα κυκλοφορήσει σύντομα με προτροπή του ίδιου του Μίκη ένα cd, με δύο live που κάναμε με τη Σοφία Μανουσάκη για πιάνο και φωνή, όπου ερμηνεύσαμε Επιτάφιο, Επιφάνια και Μαουτχάουζεν. Πήγαμε στο Μίκη να του βάλουμε τη συναυλία απλά για να χαρεί και μας είπε να βγει σε cd. Του λέω «Μίκη μου, αυτό είναι ένα stereo track, δεν επιδέχεται βελτίωση». «Αυτή η στιγμή δεν ξαναβγαίνει», ήταν η ατάκα του.

Πώς είναι στην υγεία του;

Xαίρομαι που με ρωτάς… Επειδή ακούγονται διάφορα κατά καιρούς και εγώ τον βλέπω σχεδόν καθημερινά, θέλω να πω βροντόφωνα ότι είναι καλά. Εντάξει, η υγεία του είναι βεβαρημένη από όλα αυτά που έχει περάσει, αλλά ο εγκέφαλος λειτουργεί στα 1000. Σε αιφνιδιάζει με την ετοιμολογία του, το χιούμορ και τη μνήμη του. Το λέω γιατί έχει δημιουργηθεί τελευταία από κάποιους η εντύπωση ότι «ο Μίκης τα έχει χαμένα». Δεν τίθεται τέτοιο ζήτημα. Μακάρι να είχαμε το ένα χιλιοστό του μυαλού του.

IMG 6419

Πάμε πάλι σε εσάς. Να τα πάρουμε λίγο απ’ την αρχή. Εσείς ξεκινάτε να παίζετε κλασικά κομμάτια σε ηλικία τεσσάρων ετών. Αυτό τώρα πώς έγινε;

Είναι νομίζω συνδυασμός πολλών πραγμάτων. Ίσως υπάρχουν κάποια εξελιγμένα κέντρα εγκεφάλου, όπως κάποια παιδιά στα πέντε τους χρόνια λύνουν μαθηματικές εξισώσεις. Αλλά όσο ανοιχτά και να είναι αυτά τα κέντρα εγκεφάλου, αν δε δεχτούν τα κατάλληλα ερεθίσματα, δεν θα ξυπνήσουν. Και γιατί το λέω αυτό: Γεννήθηκα σε ένα σπίτι όπου άκουγα εξαιρετική μουσική από τους γονείς μου. Σε αυτό το σπίτι υπήρχε πιάνο και η τέχνη ήταν το κυρίαρχο. Εγώ ποτέ δεν είδα το πιάνο σαν παιχνίδι, όπως άλλα παιδιά. Με πήγε ο πατέρας μου να δω την πρώτη μου κινηματογραφική ταινία, τις Ομπρέλες του Χερβούργου. Όταν γυρίσαμε σπίτι η μητέρα μου με ρώτησε τι κατάλαβα κι εγώ της έπαιξα τη μουσική της ταινίας. Την άλλη μέρα με πήγαν κατευθείαν στη Μαρίκα Παπαϊωάννου και τη Μαρία Χαιρογιώργου, οι οποίες τους συμβούλευσαν «μην τον πάτε στο ωδείο». Γιατί αν όλο αυτό που είχα έμπαινε σε ένα στενό, ακαδημαϊκό περιβάλλον, μπορεί κα να χανόταν.

IMG 6417

Να μην το συνδέσετε με βαρετή μελέτη…

Ναι γιατί θα το κλώτσαγα. Αν και παιδί-θαύμα, όπως με ονόμασαν, υπήρξα πολύ τυχερός γιατί οι γονείς μου δε μου στέρησαν τίποτα με την πρόφαση ότι μπορεί να πάθουν κάτι τα χέρια μου. Και βγήκα στο δρόμο και μπάσκετ έπαιξα και έκανα τα πάντα. Μόνος μου κάποια στιγμή στα 11 μου χρόνια, ζήτησα να μπω στο Ωδείο Αθηνών. Πολύ γρήγορα τελείωσα με τα υποχρεωτικά μαθήματα και μετά ήρθε η γαλλική κυβέρνηση, με πήρε, με ονόμασε Γάλλο πολίτη…

Τι εννοείτε «ήρθε η γαλλική κυβέρνηση»;

Πριν πάρω το δίπλωμα, έκανα ένα ρεσιτάλ στο Παρίσι. Εκεί με είχε ακούσει ο Jack Lang (Υπουργός Πολιτισμού της Γαλλίας) και μου έδωσε ένα είδος γαλλικής υποτροφίας. Η λογική του γαλλικού κράτους τότε ήταν να παίρνει ταλέντα από όλο τον κόσμο και όλες τις τέχνες - και να τα βαφτίζει Γάλλους. Ακριβώς το αντίθετο από αυτό που κάνουμε εμείς εδώ! Εδώ τους διώχνουμε, εκεί τους μαζεύουνε.

Ξεκινάτε λοιπόν μια πορεία, κατά τη διάρκεια της οποίας παίρνετε και πολλά πρώτα βραβεία για πρωτότυπη μουσική, όπως αυτό στο Διεθνές Φεστιβάλ της Val-de-Marne. Τι σας κάνει να γυρίσετε στην Ελλάδα;

Υπήρχε ένα θέμα υγείας της μητέρας μου, το οποίο επιδεινώθηκε. Συν κάποια περίεργα πράγματα πολύ προσωπικά που μου είχαν συμβεί. Είπα το γνωστό «άϊ στο διάολο» και γύρισα. Δεν μπορώ να πω ότι μετανιώνω, γιατί δεν ξέρω τι θα είχε συμβεί αν έμενα.

Λοιπόν ψάχνοντας όλα αυτά που έχετε κάνει στα πρώτα χρόνια, έπεσα στο MAXI SINGLE των Opera με τίτλο King Of The Night. Μια ραπ όπερα, εν έτει 1983!

Κάποιο παιδί που ασχολείται με τη ραπ έγραψε ένα καταπληκτικό άρθρο για αυτό, «το πρώτο ραπ από Έλληνα», κάτι τέτοιο, δε θυμάμαι ακριβώς. Είναι φοβερό! Και τώρα έρχεται η δεύτερη κρούση από 'σένα.

R 3056286 1337445238 2685.jpeg

Πώς προέκυψε αυτή η κυκλοφορία;

Στο Παρίσι έκανα πάρα πολύ παρέα με τον Άρη τον Χριστοφέλλη. Μιλάμε για ένα φαινόμενο φωνητικό, με τέσσερις οκτάβες φωνή. Τραγουδούσε άριες της Μαρίας Κάλλας και οι άνθρωποι δεν καταλαβαίναν από πού τους έρχεται. Και όχι μόνο αυτό: Ήταν και εξαιρετικός πιανίστας. Του πρότεινα λοιπόν να δοκιμάσουμε να κάνουμε ένα δίσκο που να συνδυάζει την όπερα με τον τότε σύγχρονο ήχο. Επίσης έκανα παρέα με έναν απίστευτο Σκωτσέζο, τον Peter Whyte, ο οποίος έμενε μεν στο Παρίσι αλλά ήταν Σκωτσέζος όσο δεν πάει. Με μια απίστευτη ποιητική γραφή. Και δημιουργήθηκε αυτό το παρεάκι.

Ο δίσκος βγήκε στο Παρίσι;

Όχι. Έγιναν οι πρώτες ηχογραφήσεις εκεί και μετά ένας φίλος μας πρότεινε να το τελειοποιήσουμε σε ένα στούντιο στη Θεσσαλονίκη. Το στούντιο αυτό, ήταν στον τελευταίο όροφο μιας πολυκατοικίας, όπου για να μπει βάθος στη φωνή (reverb), χρησιμοποιούσαμε τους έξι ορόφους. Ηχογραφούσε ο Άρης, είχαμε βγάλει ένα ηχείο έξω μαζί με ένα μικρόφωνο και παίρναμε το φυσικό βάθος! Όλα αυτά μία, δύο η ώρα τη νύχτα, οπότε μπορείς να φανταστείς τι έγινε με τους γείτονες. Ξαφνικά μες τον ύπνο τους άκουγαν άριες! Κάνα δυο φορές ήρθε η αστυνομία. Εν πάση περιπτώσει, βγήκε ο δίσκος, έκανε μεγάλη αίσθηση, αλλά όχι στην Ελλάδα. Κυρίως στη Γερμανία.

Εδώ δεν είναι γνωστό…

Όχι, τώρα γίνεται και έχει μεγάλη πλάκα. Μια νέα γενιά ανακαλύπτει κάτι που είχα κάνει πριν από σχεδόν 40 χρόνια – και αυτό είναι μια δικαίωση για πολλά.

IMG 6261

Μετά γυρίζετε στην Ελλάδα;

Είμαι ακόμα στο Παρίσι. Η επιστροφή γίνεται μεταξύ ’87-’88. Απλώς πηγαινοέρχομαι Ελλάδα, για δουλειές και για διακοπές, όπως εσύ π.χ. πας στους δικούς σου για Χριστούγεννα. Βρίσκομαι με το Γιάννη Ζουγανέλη και παίζω στο «Αχ Μαρία», κάνω ενορχηστρώσεις για το Γιάννη Σπανό, την Αφροδίτη Μάνου… Δε χάνω το χρόνο μου δηλαδή, γιατί έχω τις προτάσεις. Στην Αφροδίτη Μάνου, ας πούμε, ή πρόταση έρχεται από τον Διονύση Σαββόπουλο. Με το Σπανό έρχεται πρόταση από τη δισκογραφική του εταιρία και κάνουμε το Προσωπικά της Ελένης Δήμου, έναν δίσκο που σήμερα θεωρείται κλασικός.

Α όντως είναι η ενορχήστρωση δική σας;

Και με τον Αντρέα Μικρούτσικο κάνουμε το δίσκο Περνάω Με Κόκκινο, όπου ξεχωρίζει το «Χαμένο νησί». Κανείς δεν πίστευε ότι θα κάνει επιτυχία, έτσι όπως το είχα «καταστρέψει», όπως είχαν πει από την εταιρία. Θυμάμαι τότε είχα συνεργαστεί με τους Duran Duran. Στο τραγούδι τους “Union of the snake”, είχα παίξει κάτι keyboards. Κουβάλησα λοιπόν αυτούς τους φοβερούς ήχους και τους έβαλα όλους στο «Χαμένο νησί». Μαζί με τον Άκη τον Γκολφίδη, ο οποίος ήταν εντελώς στα δικά μου τα μυαλά, έχουμε φτάσει να το μιξάρουμε δύο μερόνυχτα! Τότε δεν υπήρχαν ούτε computers ούτε τίποτα. Με το ψαλίδι κόβαμε την ταινία. Θυμάμαι τον Άκη θαμμένο στην κυριολεξία κάτω από μαγνητοταινίες. Αφού λοιπόν είμαστε έτοιμοι πια μετά από δύο μερόνυχτα να πατήσουμε το κουμπάκι να πάει όλο αυτό το πράγμα στο stereo μαγνητόφωνο, μου λέει ο Άκης «τα ‘χω παίξει, βουίζουν τ’ αυτιά μου, ας κάνουμε ένα διάλειμμα μια ωρίτσα να ξεκουραστούμε». Μας παίρνει ο ύπνος. Κάποια στιγμή η κυρία Αντωνία, υπεύθυνη του studio Sierra, μπήκε πολύ ήσυχα και «μητρικά» μέσα, για να μη μας ξυπνήσει - και τη βλέπουμε να έχει κατεβάσει με το φτερό που καθαρίζει όλα τα ποντεσιόμετρα της κονσόλας. Τα οποία ήταν ρυθμισμένα έτοιμα για τη μίξη. Κοιταχτήκαμε με τον Άκη, είπαμε “ok”, επιστρέψαμε στο στούντιο δύο μέρες μετά και το στήσαμε ξανά μανά.

Tραγουδάρα είναι και το τελευταίο κομμάτι εκείνου του δίσκου, το «Χαμένο αβαντάζ»…

Αν σου πω ότι δεν το θυμάμαι; Θα ψάξω τώρα που μου το είπες για να το βρω, θα με ενδιέφερε πολύ να το ακούσω. Κοίταξε, ακόμα και πριν φύγω για Γαλλία, όταν ακόμα πήγαινα Λύκειο, έκανα πράγματα. Πήγαινα ας πούμε Κυριακές απογεύματα και έπαιζα στα live των Socrates. Μετά είχαμε κάνει μια συνεργασία με τους Socrates και τον Γιώργο Ρωμανό, το Love in Armour των You Guys, που ήταν τρομερό… Ναι μεν ήμουν στην κλασική μουσική, αλλά δεν καθόμουν στ’ αυγά μου.

Πόσο μεγάλη είναι η απόσταση ανάμεσα στον Ραχμάνινοφ και τους Duran Duran;

Φαντάζει μεγάλη και είναι, αλλά οι αποστάσεις εκμηδενίζονται. Kαι οι δύο είναι εξαιρετικοί σε αυτό που κάνανε. Θα μείνουν όμως οι Duran Duran στο χρόνο όπως έμεινε ο Ραχμάνινοφ; Εκεί είναι το μεγάλο ερωτηματικό. Οι Beatles ας πούμε ναι, ενδέχεται να το πετύχουν, σε ένα άλλο είδος.

Η επιστροφή στην Ελλάδα εκεί γύρω στο 1988 ήταν ένα είδος «προσγείωσης»;

Όχι. Ναι μεν είχα στημένη μια καριέρα έξω, αλλά κι εδώ είχα ξεκινήσει κάτι με τις ενορχηστρώσεις μου. Μου έρχεται λοιπόν η πρόταση να κάνω δίσκο ως συνθέτης με τη Μαρία Δημητριάδη, το Μαγικό Κλειδί. Τεράστια πρόκληση, με στιχουργό τον Παρασκευά Καρασούλο, δύο νέα παιδιά έτοιμα να αναμετρηθούν με ένα ιερό τέρας. Mετά έρχεται η Δήμητρα Γαλάνη με την Παλίρροια. Όπως καταλαβαίνεις, αυτά αν γινόντουσαν σε άλλη χώρα, θα είχα μείνει με αυτά. Τι θέλω να πω: Παρ’ όλες τις προσπάθειες και της Μαρίας και της Δήμητρας να επιβάλλουν τους δημιουργούς τους, μονίμως ήταν «το τραγούδι της Δημητριάδη» και «το τραγούδι της Γαλάνη». Τα πνευματικά δικαιώματα τότε (όπως και τώρα) ήταν ανύπαρκτα. Αντιλαμβάνομαι ότι ως συνθέτης δεν μπορώ να ζήσω. Παρ’ ολ’ αυτά, επιμένω. Αλλά έχω και μια έντονη σκέψη να φύγω πάλι στο Παρίσι. Κάποια στιγμή με παίρνει ένας παραγωγός και μου λέει να γράψω για τη Μούσχουρη. Ένα ειρωνικό γύρισμα του χρόνου, αν σκεφτείς ότι το σπίτι μου στο Παρίσι ήταν δύο blocks από εκείνο της Νάνας. Μιλάμε για μια εποχή στην οποία η Νάνα πουλούσε εκατομμύρια δίσκους... Γράφω λοιπόν με πάρα πολλή χαρά μελωδίες σε μια κασέτα και τις πάω σε αυτόν τον τύπο. (Μιλάω λίγο απαξιωτικά γι’ αυτόν γιατί του αξίζει). Λέει «πάρα πολύ ωραίες, θα σου απαντήσουμε άμεσα». Το «άμεσα» έγινε πέντε μήνες. Κάποια στιγμή τον παίρνω, με μια συστολή - και μου λέει «α ναι, τελικά δεν άρεσαν, δεν της έκαναν», κάτι τέτοιο. Ουσιαστικά έφαγα πόρτα. Μετά από πάρα πολλά χρόνια, το 2006, η Νάνα έχει έρθει στο σπίτι μου και κάθεται εκεί που κάθεσαι. Της λέω την ιστορία και μου λέει «βάλτο». Το ακούει, τινάζεται πάνω και μου λέει «αυτό ήταν για ‘μένα». Λοιπόν το κομμάτι ήταν το «Στους πέντε ανέμους». Η κασέτα είχε μείνει στο συρτάρι του τύπου, δεν την είχε στείλει ποτέ και δεν ξέρω με πόσες άλλες κασέτες νέων ανθρώπων είχε κάνει το ίδιο. Ένα συρτάρι με χαμένα όνειρα.

Τραγουδιστής πώς γίνατε;

Στο κομβικό αυτό σημείο λοιπόν, έρχονται ο Μίλτος Καρατζάς, ο Βαγγέλης Γιαννόπουλος και η Ιφιγένεια Γιαννοπούλου, παραγωγοί, οι οποίοι με ψήνουν να πω τους «Πέντε Ανέμους» εγώ και να κάνω ένα LP όπου θα τραγουδάω δικά μου. Εγώ έχω πάρα πολλές αντιρρήσεις. Είχα κάνει και μια απόπειρα με το δίσκο Λες Κι Είσαι Νύχτα με τον Παρασκευά Καρασούλο, αλλά το είχα κάνει πολύ φοβισμένα και το αποτέλεσμα δε μου άρεσε, δε μου πήγαινε. Εμένα η προέκτασή μου καλώς ή κακώς είναι το πιάνο. Το λέω λοιπόν το τραγούδι και γίνεται ένα μπαμ. Τρελό μπαμ. Σε σημείο που μέσα σε ενάμιση χρόνο, καταλήγω να γεμίζω το Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας με 25.000 κόσμο. Αυτό δεν έχει ξαναγίνει! Η υστερία που αντιμετώπισα… Εγώ είμαι ένας εσωστρεφής άνθρωπος, με ελάχιστους φίλους. Αυτός είμαι. Και ξαφνικά βρέθηκα σε μια κατάσταση σούπερ σταρ η οποία ήταν εντελώς κόντρα στο χαρακτήρα μου. Γι’ αυτό και το ‘κοψα. Το σταμάτησα εγώ μόνος μου και έκανα τον ορχηστρικό δίσκο First Touch, φεύγοντας πάλι για αρκετό χρόνο στο εξωτερικό.

2

Το ’93 γράφετε το «Σκόνη και θρύψαλα»…

Ναι, εκεί είναι που έγινε το μπαμ με το Ειρήνης και Φιλίας.

Πώς γράφτηκε αυτό; Θυμάστε;

Εντελώς το θυμάμαι. Ήταν μεσημέρι και είχα τα παντζούρια κλειστά, για τους λόγους που σου είπα πριν. Μου τη στήνανε απ’ έξω διάφορα fans. Υπήρχε μεγάλη πίεση απ’ αυτό. Και ξαφνικά θυμάμαι περνάει μια δεσμίδα ήλιου από τα παντζούρια, κάθομαι στο πιάνο και αρχίζω να παίζω τη μελωδία. Ήταν ένα ολοκληρωμένο πιανιστικό κομμάτι, πάνω στο οποίο η «άτιμη» η Εύη Δρούτσα (το λέω ως κομπλιμέντο το «άτιμη», με χιούμορ) κάθισε και έγραψε έναν στίχο τον οποίο θεωρώ εξαιρετικό για το ποπ του πράγματος, με μία φράση-κλειδί, «σκόνη και θρύψαλα να γίνομαι μαζί σου». Εντάξει, ευχαριστώ πολύ.

Πρώτα έβγαινε η μουσική και μετά οι στίχοι;

Όχι. Μόνο στους «Πέντε ανέμους», το «Σκόνη και θρύψαλα» και κάνα-δυο άλλα. Συνήθως έγραφα πάνω σε στίχους. Εγώ έχω και το άλλο: Όταν μου έρθει μια μελωδία στο μυαλό, την πηγαίνω προς το συμφωνικό, δεν σκέφτομαι τραγούδια.

Προσωπικά βλέπω την πορεία σας στην ποπ ως μια προσπάθεια ένωσης του πάθους των μεγάλων ορχηστρών με το πάθος το κοριτσίστικου εφηβικού δωματίου…

Ενδεχομένως ναι. Βέβαια εγώ είμαι συνθέτης, δε γράφω στίχο. Η μουσική δεν καθορίζει είδος, ο στίχος συνήθως είναι αυτός που το κάνει. Αν έχει δεύτερη ανάγνωση, θεωρείται έντεχνο. Αν είναι στο κατευθείαν, ενδεχομένως να θεωρείται ποπ. Απλά το ποπ τότε ακουγόταν σα βρισιά. Εγώ έτσι το εισέπραττα. Τελικά ποιος έχει δίκιο όμως; Ο μουσικοκριτικός που το χλεύαζε τότε, ή ο χρόνος ο οποίος δικαιώνει ένα τραγούδι με 30 χρόνια πορείας; Δεν μπορείς να στερείς από ένα ελεύθερο πνεύμα την ελευθερία να εκφραστεί. Πες μια γνώμη, αλλά μην ταμπελοποιείς, γιατί θα σου ‘ρθει τούμπα. Όπως με το «Θες». Το «Θες» οι παραγωγοί των ραδιοφώνων δεν το θέλανε γιατί ήταν «αντιραδιοφωνικό». Και έντεκα χρόνια μετά, αφού είχε φύγει ο Μητροπάνος, το παίζει η τηλεόραση σε ένα διαφημιστικό και γίνεται της κακομοίρας. Υπάρχουν βέβαια και οι πολύ σοβαροί του χώρου. Εγώ ας πούμε εκτιμούσα αφάνταστα τις πικρές κριτικές που μου έκανε ο Αργύρης ο Ζήλος, αλλά όταν έκανα τον επόμενο δίσκο, τις Χαμένες Ατλαντίδες, που είχε μέσα τα Λιμάνια, ένα ορχηστρικό έργο, είχε γράψει κάτι που μου έχει μείνει: «Στο καλό Στέφανε τραγουδιστή, καλωσόρισες Κορκολή συνθέτη».

Την επιτυχία του «Σκόνη και θρύψαλα» δηλαδή δεν τη χαρήκατε;

Καλέ ναι, εννοείται. Όταν έβγαινα στη σκηνή ας πούμε, γούσταρα. Το ονομάζω μουσική εφηβεία. Ήταν πέντε χρόνια πολύ έντονα. Τα παρελκόμενα της επιτυχίας δε μπορούσα να χαρώ. Δε μου άρεσε να παρεμβαίνει αυτό το πράγμα στην καθημερινότητά μου.

Scan 1

Το «Και βγάλε το κραγιόν σου» σας κάνει να αισθάνεστε αμήχανα σήμερα με την ελαφρότητά του, ή το αγαπάτε εξίσου;

Κοίτα, αν στο ενορχηστρώσω με ένα πιάνο, ένα φλάουτο και μια κιθάρα, θα αλλάξει εντελώς μορφή. Ο τρόπος που δόθηκε, εντάξει, εγώ προσωπικά, δεν… Μου το ζητάνε αυτό το κομμάτι τώρα καμιά φορά και λέω παιδιά δεν το γουστάρω. Αλλά δεν ήταν μια κατασκευή τραγουδιού. Κάθισα και μου βγήκε αυθόρμητα.

Είναι τραγούδια διασκέδασης… Έχουν το σκοπό τους…

Δεν ξέρω τι σκατά έχουν, δεν αισθάνομαι περήφανος τώρα για αυτά τα τραγούδια.

Το ενθάρρυνε η εταιρία αυτό το άνοιγμα στα «ελληνάδικα»; Να σας πουν ξέρω γω «κάνε και κανένα τσιφτετέλι Στέφανε, αφού ξέρουμε ότι μπορείς»…

Ποτέ, ποτέ, καμία παρέμβαση. Μου ‘βγαινε εμένα. Όλοι έχουμε τις ελαφρές μας στιγμές. Δεν είμαι σε φάση να απολογηθώ για κάτι, απλώς τα έχω κάνει delete από το σκληρό του εγκεφάλου μου.

Διαβάζω κάτι που είχατε πει σχετικά πρόσφατα: «Η απότομη δημοσιότητα μπορεί να σε κάνει να καβαλήσεις το καλάμι. Κι εγώ την πάτησα. Ανέβηκα λίγο και ξανάπεσα. Την πατάς πολύ εύκολα και δεν το καταλαβαίνεις. Αυτό είναι το θέμα». Πότε καβαλήσατε το καλάμι;

Πριν το Ειρήνης και Φιλίας. Γιατί στο Ειρήνης και Φιλίας έμεινα άναυδος και μετά προσγειώθηκα. Με τρόμαξε αυτό που είδα. Είπα «αυτό που βλέπω δε μου ανήκει σε σχέση με αυτό που κάνω». Αν το έβλεπα να συμβαίνει σε σχέση με την πιανιστική μου ιδιότητα, ενδεχομένως να ήταν πιο αποδεκτό. Στο Ειρήνης και Φιλίας είπα «όπα, όπα, τι γίνεται;». Γιατί ξέρεις δεν ήμουν κανένα χαζό. Ήμουν βαθιά μορφωμένος και συνειδητοποιημένος και αυτό το πράγμα με κλόνισε. Εκεί λοιπόν που πήγα να το καβαλήσω, τακ, το άφησα. Βέβαια είχα και τους γονείς μου από δίπλα. Οι οποίοι ήταν του τύπου «ψιτ, μεγάλε, δεν το πας ωραία, πρόσεχε».

ΤΕΛΟΣ Α’ ΜΕΡΟΥΣ.

LOGIN