MAKING OF

"Χρειάστηκε να αναπτύξω μια δική μου τεχνική στη χρήση της ελληνικής γλώσσας"

"Χρειάστηκε να αναπτύξω μια δική μου τεχνική στη χρήση της ελληνικής γλώσσας"

Ο Στέλιος Σαλβαδόρ αναλύει το ιστορικό ντεμπούτο των Μωρά στη Φωτιά.

 

Ένας από τους πιο εμβληματικούς δίσκους του ελληνικού ροκ, ένα όνομα που άντεξε στο χρόνο, μια γενιά που «δοκίμασε την τύχη της αλλιώς». Λίγο πριν τη μεγάλη συναυλία των Μωρά στη Φωτιά στο Κύτταρο (Σάββατο 13 Απριλίου 2019), ο ηγέτης τους Στέλιος Σαλβαδόρ απαντά στις ερωτήσεις του Sounds Greek to me. Μια μεγάλη συνέντευξη, χωρισμένη σε δυο κομμάτια.

 

Ξεκίνησες να παίζεις ροκ στις αρχές της δεκαετίας του ’80, στη Βέροια. Θυμάσαι πώς ήρθες σε επαφή με το είδος, σε μια εποχή αλλά και μια πόλη που δεν ευνοούσε τη διάδοση πληροφοριών;

«Εκείνη την εποχή μπορεί να μην είχαμε την ευκολία όπως σήμερα στη μετάδοση της πληροφορίας και την εύκολη πρόσβαση σε κάθε είδος μουσικής, αλλά σίγουρα υπήρχε αληθινή αγάπη και πάθος για τη μουσική. Επισκεπτόμασταν δισκάδικα και βιβλιοπωλεία για τους δίσκους που κυκλοφορούσαν και επίσης όλο και κάποιος ξάδερφος θα ερχόταν από Θεσσαλονίκη με μια αγκαλιά δίσκους εισαγωγής, για όλα αυτά που δεν κυκλοφορούσαν στην Ελλάδα. Έτσι με αληθινό σεβασμό και αγάπη περνούσαμε τις καλύτερες στιγμές της εφηβικής μας ζωής, ακούγοντας Doors, Scorpions, Santana και λίγο αργότερα Dead Kennedys, Ramones, Smiths…».

Πότε αρχίζουν να γράφονται τα κομμάτια του πρώτου άλμπουμ των Μωρά Στη Φωτιά;

«Τα κομμάτια του πρώτου δίσκου είχαν αρχίσει να σχηματίζονται στο μυαλό μου πολύ νωρίς. Ειδικά η άποψη που είχα για το attitude και τη στάση μου στη μουσική ήταν διαμορφωμένη από νωρίς. Είχα μόλις τελειώσει τη θητεία μου στο στρατό (πολλοί μήνες τότε) και ήμουν ελεύθερος να δημιουργήσω και να ζήσω το όνειρό μου. Έτσι, στο πατρικό μου σπίτι, που έγινε κάτι σαν στέκι και πολιτιστικό κέντρο όλης της περιοχής, εγώ, ο αδερφός μου Γιώργος Παπαϊωάννου κι ο φίλος μου Δημήτρης «Μπαννυ» Βασιλειάδης ξεκινήσαμε ένα συγκρότημα που έπαιζε Stray Cats και Cure και παράλληλα άρχισα να τους δείχνω και τα πρώτα δικά μου τραγούδια».

13

Όλοι οι δημιουργοί όταν ξεκινούν να γράφουν προσπαθούν να μιμηθούν κάποιον. Εσύ αναγνωρίζεις συγκεκριμένες επιρροές σε αυτά τα κομμάτια;

«Επιρροές από όλη τη δεκαετία του 80΄και όλο το ροκ φάσμα γενικότερα, μίμηση όμως καμία. Κι αυτό είναι που μου έμαθε η δεκαετία του ‘80. Πως μπορώ να είμαι ο εαυτός μου χωρίς να αντιγράφω κανέναν, να βρω τη φωνή και το μουσικό μου στιλ κάνοντας δικά μου τραγούδια και ιστορίες. Είχα επιρροές από Clash, Killing Joke, Cure, Bauhaus, Patti Smith, λάτρευα τους Violent Femmes και παίζαμε πολλά κομμάτια Julian Cope».

Έχεις πει ότι όλα τα τραγούδια του άλμπουμ γράφτηκαν από εσένα. Γιατί λοιπόν στο δίσκο αναγράφεται «Σ. Σαλβαδόρ, Γ. Παυλίδης, Γ. Παπαϊωάννου»;

«Εγώ δεν είμαι απ΄ αυτούς που θα χρησιμοποιούσα το συγκρότημα για μια σόλο καριέρα αργότερα. Θεωρούσα ότι το άθλημα αυτό είναι ομαδικό και είχα μια ρομαντική άποψη για τη μουσική, όμως αργότερα έπεσα απο τα σύννεφα όταν διαπίστωσα οτι δε σκέφτονται όλοι γύρω μου μ΄ αυτόν τον τρόπο, αντίθετα θα χρησιμοποιούσαν τη δική μου πνευματική ιδιοκτησία, για τη δική τους σόλο καριέρα».

Πού ηχογραφήθηκε το άλμπουμ;

«Στη Θεσσαλονίκη, στο Amber recording studio, που δεν υπάρχει πλέον».

Έχω ακούσει ότι ξεκινούσατε τις ηχογραφήσεις αργά το βράδυ και τελειώνατε το πρωί…

«Αυτό συνέβαινε όταν ηχογραφούσαμε στο δικό μας στούντιο τα demo μας συνήθως. Κατά τη διάρκεια της ηχογράφησης του δίσκου, τα πράγματα ήταν πιο “κανονικά”. Είναι αλήθεια όμως ότι παίζαμε πολλές ώρες καθημερινά, συχνά μάλιστα ξενυχτούσαμε και μας έβρισκε το πρωί να φεύγουμε από μια γειτονιά που μόλις ξεκινούσε τους κανονικούς της ρυθμούς».

R 1730266 1410801156 2393.jpeg

Στα κομμάτια του άλμπουμ υπάρχει απόλυτο ταίριασμα της μουσικής με το στίχο, κάτι που δεν είναι καθόλου δεδομένο ή εύκολο στο ελληνόφωνο ροκ...

«Είχα πάντα μια ολοκληρωμένη ιδέα για ένα τραγούδι. Ακόμη και πρίν το ολοκληρώσω και το δείξω στα παιδιά, ακόμη και πρίν την πρώτη πρόβα στην κιθάρα, ήταν ολοκληρωμένο ήδη στο μυαλό μου. Χρειάστηκε να αναπτύξω μια δική μου τεχνική στη χρήση της ελληνικής γλώσσας, ώστε να ακούγεται δεμένη με το σκληρό ήχο που ήθελα στα τραγούδια. Και όντως δεν ήταν κάτι εύκολο, γιατί η ελληνική γλώσσα μέχρι τότε (1984) δεν είχε μεγάλη παράδοση σ’ αυτό το είδος μουσικής. Είχα ένα ισχυρό παράδειγμα καλής χρήσης των ελληνικών σε ροκ τραγούδια, από τον Παύλο Σιδηρόπουλο, με τον οποίο είχαμε παίξει κιόλας και τον είχα γνωρίσει, αλλά όχι περισσότερα πράγματα από τα οποία να μπορώ να επηρεαστώ.

Πέρα από το στίχο και τη μουσική, ο ακροατής θαυμάζει το «γραντζουνιστό» μπάσο, την άναρχη κιθάρα, τα πλήκτρα, τη θεατρική φωνή που έχει μέσα της μια τρέλα… Όλα αυτά σχεδιάστηκαν στο μυαλό σου;

«Έψαχνα και την παραμικρή λεπτομέρεια σε όλα τα όργανα και ήξερα πως ήθελα κάτι πρωτότυπο, αυθεντικό και πάνω απ’ όλα underground. H ενορχήστρωση ήταν δική μου, με την εκτέλεση φυσικά των παιδιών. Υπήρχε πλάνο, αυστηρός σχεδιασμός, πειθαρχία αλλά και υγιής περιέργεια σε κάθε στάδιο, χωρίς αυτό να επιβάλλεται στην ίδια την ουσία των τραγουδιών, που ήταν να είναι ωραία τραγούδια, πέρα από τη λεπτομέρεια, την ακρίβεια ή την πρωτοτυπία της ενορχήστρωσης. Κι αυτό αποδεικνύεται τώρα, 30 χρόνια μετά, που πολλά απ΄ αυτά τα τραγούδια το 2018 και το 2019 τα διασκεύασα σε ένα πολύ διαφορετικό, πιο jazzy funky στιλ. Παρόλο που η ενορχήστρωση είναι πολύ διαφορετική, παραμένουν όμορφα  τραγούδια. Άκου τα “Μανιφέστο 2018” και “Αδρεναλίνη 2019” στο κανάλι μου στο YouTube».

Το μπάσο σου στο δίσκο είναι μια στέρεη γέφυρα ανάμεσα στο post punk και το new wave. Πόσο εύκολο ήταν να αποδώσεις αυτό τον ήχο και αυτό το παίξιμο;

«Το ηλεκτρικό μπάσο παίζει πολύ μεγάλη σημασία στη σύγχρονη μουσική. Ακαδημαϊκά μιλώντας (αν και κάπως υπεραπλουστευμένα), λέγεται πώς όταν το κοντραμπάσο σταμάτησε να παίζεται με δοξάρι και άρχισε να παίζεται piccicato, έχουμε την αρχή της σύγχρονης μουσικής, jazz, blues κλπ. Φυσικά στο new wave, που άκουγα πολύ, το μπάσο παίζει μεγάλη σημασία στην ενορχήστρωση. Μην ξεχνάμε πως μια από τις πιο μεγάλες μου επιρροές και πολυαγαπημένο συγκρότημα, οι Stranglers, είχαν σε πρώτο ρόλο το μπάσο με τον ιδιαίτερο ήχο του Jean Jacque Bournell. Έτσι τα περισσότερα τραγούδια μου με τα Μωρά στη Φωτιά γράφτηκαν στο μπάσο, οπότε έχουν ιδιαίτερα bass lines. Για να αποδοθεί αυτός ο ήχος χρειάστηκε άταστο custom JP bass, αλλά και κλασικό Precision bass. Οι γραμμές του μπάσου είναι δουλεμένες σε συνάρτηση και με τα ντραμς, τα οποία και αυτά είναι πολύ όμορφα παιγμένα από τον αδερφό μου στο δίσκο.

DSC 3603

Τι κοινό ερχόταν στις συναυλίες σας τότε;

«Κάθε λογής κοινό… Συναυλίες στα Πανεπιστήμια, συναυλίες σε όλη την Ελλάδα με το δικό μας κόκκινο φορτηγάκι, το οποίο απ ΄έξω έγραφε ΜΩΡΑ ΣΤΗ ΦΩΤΙΑ και μ αυτό ταξιδεύαμε παντού, με δικά μας μηχανήματα».

Αν δεν κάνω λάθος, δεν υπήρχε άλλο δημοφιλές ροκ γκρουπ εκείνη την εποχή που να είχε στα μέλη του μια γυναίκα. Υπήρξε κόσμος τότε που παραξενεύτηκε με την παρουσία της Κατερίνας Μουστάκα στα πλήκτρα; Οι ίδιοι αισθανόσασταν αμήχανα με την παρουσία της στο συγκρότημα;

«Όχι βέβαια, κάθε άλλο. Μπορεί να ήμασταν από τους πρώτους πριν 30 χρόνια που είχαμε στις τάξεις μας μια γυναίκα, αλλά εξακολουθούμε να έχουμε γυναίκα στα πλήκτρα ακόμη και σήμερα, την Ελιόνα Σινιάρη».

Είχατε σχέσεις με άλλα συγκροτήματα που έπαιζαν ροκ εκείνη την εποχή στη Θεσσαλονίκη, όπως π.χ. οι Τρύπες; Είχε τύχει να δεις κάποια συναυλία τους;

«Είχαμε σχέση με τα περισσότερα συγκροτήματα εκείνη την εποχή, έχουμε μοιραστεί την ίδια σκηνή στις συναυλίες και τους ίδιους χώρους προβών. Έτσι ήμασταν πολύ φίλοι και διατηρούσαμε μαζί το ίδιο στούντιο με τους ΓΚΟΥΛΑΓΚ, αργότερα με τους FEAR CONDITION, τους ΕΚΤΟΣ ΕΛΕΓΧΟΥ κλπ. Στο ίδιο κτίριο μ ΄εμάς έπαιζαν οι Τρύπες στον κάτω όροφο και άλλοι. Έχω παρακολουθήσει όλων των συγκροτημάτων τις συναυλίες, αγαπημένο μου γκρουπ ήταν οι ΓΚΡΟΒΕΡ, πολύ παλιό συγκρότημα της πόλης. Τους Τρύπες δεν είχε τύχει να τούς δω, έως ότου παίξαμε μαζί στο Φεστιβάλ Παρα θιν αλός, λίγο πριν διαλυθούν οριστικά...».

Να μιλήσουμε λίγο για τα τραγούδια ένα-ένα. Θυμάσαι πώς γράφτηκε το «Κάτω στην Πόλη»;

«Το “Κάτω στην Πόλη” είναι απ’ τα πρώτα τραγούδια που έγραψα για το συγκρότημα και εκφράζει 100% αυτό που ήθελα να πω, αλλά και τον τρόπο ζωής μας. 20 χρονών εγώ και αποφασισμένος να ζήσω όπως πιστεύω, με πρώτο ρόλο στη ζωή μου τη μουσική και τη φιλία. Στιχουργικά είναι ένας urban ύμνος στη ζωή, το όνειρο του ταξιδιού τριών μουσικών από την περιφέρεια στο κέντρο της πόλης, ύμνος στη φιλία, την καλώς εννοούμενη “υπομονή” και την πίστη. Ηχογραφήθηκε όπως και όλα τα υπόλοιπα τραγούδια του δίσκου στο Amber και παρόλο που όλη η ηχογράφηση του 1987 ξεκίνησε σαν δική μου παραγωγή, έχει υποδειγματική ηχοληψία . Ηχογραφήθηκε πρώτα σε ντέμο στο στούντιο που κάναμε τις πρόβες μας, μαζί με 6 ακόμη τραγούδια, πριν την ηχογράφηση του δίσκου.

«Μιλάω για μια γενιά που δοκιμάζει την τύχη της αλλιώς», λες σε ένα στίχο. Τώρα που πέρασαν 30 και βάλε χρόνια, μπορείς να ορίσεις τι σήμαινε αυτό το «αλλιώς»;

«Σήμαινε να μην περιμένουμε “αιώνιους ήλιους”, “ζεστές Ανατολές” και “τεράστια θερμοκήπια σ ΄απέραντες εκτάσεις”, σήμαινε να φτιάξουμε το δικό μας καλοκαίρι με τα δικά μας χέρια κι αν κάποιοι βιαστούν να πουν πως δεν τα καταφέραμε, θα τους απαντήσω αρκεί που το ονειρευτήκαμε και γι αυτό είναι και σα να έγινε τελικά. Α, και ότι δεν τελειώσαμε ακόμη...».

Το συγκεκριμένο τραγούδι έχει λάβει μια «γηπεδική» προέκταση, όπως μπορεί να δει κάποιος στα σχόλια του YouTube αλλά και στις αντιδράσεις μιας μερίδας του κοινού στα live. Σε ενοχλεί αυτό;

«Στα live όχι, δεν έχουμε τέτοιες συμπεριφορές. Όσο για το YouTube, ο καθένας μπορεί να εκφράζεται όπως θέλει. Σίγουρα πάντως το κομμάτι μιλάει για “άλλα” πράγματα...».

5

Τι θυμάσαι από τη «Σκυλίσια Μέρα»;

«Από τα πολύ καλά τραγούδια του δίσκου, έγραψα τους στίχους στο αυτοκίνητο, καθ ΄οδον προς το σπίτι, μετά από μεταμεσονύκτια πρόβα. Κάποιες από τις ωραίες fuzz κιθάρες, αυτές που εγώ λέω “heroic guitars”, είναι από sampler το οποίο παίζει ο πιανίστας μουσικός Γρηγόρης Μωυσιάδης, καλεσμένος μας στο στούντιο».

Το «Αδέλφια στην κόλαση»;

«Απ ΄τα πιο δυνατά τραγούδια του δίσκου, χαίρομαι ακόμη να το τραγουδάω στις συναυλίες. Είναι μια αληθινή ιστορία φιλίας που χρησιμοποιεί φυσικά συμβολικές εικόνες για να εκφράσει κάτι που έχω ζήσει. Είναι η υπέρβαση που κάνουμε καμιά φορά για κάποιον άνθρωπο ή φίλο, όμως θέλει προσοχή και μέτρο αυτό, γιατί όπως λέει ο Σοπενάουερ “στο πρώτο μικρό λάθος που θα κάνει εις βάρος σου κάποιος φίλος σου, πρέπει να τον κόβεις αμέσως από τη ζωή σου, όχι για κάποιον άλλο λόγο, αλλά γιατί από αυτό φαίνεται πόσο  πολύ χειρότερα πρόκειται να σου κάνει...”.Το κομμάτι ηχογραφήθηκε με άταστο μπάσο». 

ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ Β' ΜΕΡΟΣ ΤΗΣ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗΣ

Βύρωνας Κριτζάς

LOGIN