ΣΤΗΛΕΣ

«Φύσα, ρούφα, τράβα τόνε»: Τα τραγούδια που θυμάμαι απ’ το σχολείο

«Φύσα, ρούφα, τράβα τόνε»: Τα τραγούδια που θυμάμαι απ’ το σχολείο

ΕΜΕΙΝΑ ΣΤΟ ΡΑΦΙ: O Σιδερής Πρίντεζης βγάζει s(h)elfies στα ράφια της δισκοθήκης του. 

 

Μια που διανύσαμε τον πρώτο μήνα του σχολικού έτους, μου ήρθαν στη μνήμη μουσικές από εκείνα τα χρόνια. Όχι από τα σχολικά χρόνια γενικά, ώστε να συμπεριλάβω ακούσματα από τηλεοπτικές εκπομπές (π.χ. από το «Μουσικόραμα», που μεταδιδόταν κάθε Παρασκευή και το’ γραφα σε βίντεο λόγω αγγλικών), ή από πάρτυ σε σπίτια και χορούς της τάξης σε ξενοδοχειακές αίθουσες αργότερα, ή τραγούδια από εκδρομές και από τα ενδιάμεσα καλοκαίρια. Αναφέρομαι σε τραγούδια και ήχους που πρωτάκουσα στο σχολικό κτίριο, άντε και στο πούλμαν που με έφερνε στο σχολείο και με γύρναγε στο σπίτι.

Η πρώτη και πιο έντονη ανάμνηση έρχεται από τα χρόνια του Δημοτικού. Στο σχολείο που πήγαινα όλα τα χρόνια (Λεόντειο Πατησίων, από το 1974 ως το 1986) υπήρχε μία τεράστια υπόγεια αίθουσα όπου ένα Σάββατο κάθε Απόκριες γινόταν ο αποκριάτικος χορός του Δημοτικού. Όλες οι τάξεις μαζί. Ξεσαλώναμε. Τρέχαμε από τη μια άκρη στην άλλη, ενώ οι μαμάδες κάθονταν σε τραπέζια που υπήρχαν στα πλάγια, αγωνιώντας να μην τρακάρουμε με κάποιο παιδί μεγαλύτερης τάξης, αλλά και προσπαθώντας να μας φωνάξουν μέσα στο χαμό να «αλλάξουμε φανελάκι», για να μη μείνουμε με τα ιδρωμένα. Αυτές οι αλλαγές γίνονταν σε χρόνο ρεκόρ. Ούτε οι αλλαγές στα λάστιχα των αυτοκινήτων στα γκραν πρι δεν ολοκληρώνονταν τόσο σύντομα. Και μετά το pit stop, μια μπουκιά σάντουιτς (λέμε τώρα…), μια γουλιά αναψυκτικού και πάλι πίσω στην πίστα. Πλήρης ο ανεφοδιασμός, γιατί το τρέξιμο συνεχιζόταν. Και γινόταν πιο δύσκολο με τα «κολάν» της στολής του «Ρομπέν των δασών». Η αλήθεια είναι ότι δεν περίσσευε η φαντασία στις στολές. Ο «Ρομπέν» ήταν must. Αφού δεν ήξερες αν ήταν αποκριάτικος χορός ή ετήσια συνέλευση στο δάσος του Σέργουντ.

80

Ωστόσο, το πιο πρωτοποριακό εκείνων των χορών ήταν η μουσική. Και γιατί ήταν ζωντανή, παιγμένη από μεγαλύτερους μαθητές ή απόφοιτους – ποτέ δεν το ξεκαθάρισα – και κυρίως για το ρεπερτόριο. Μη φανταστείτε τίποτα τραγουδάκια σαν πρώιμα «Ζουζούνια» ή παρόμοια παιδικά standards. Η μνήμη μου δυστυχώς δεν έχει συγκρατήσει συγκεκριμένο παράδειγμα, έχει συγκρατήσει όμως τον ήχο. Κυρίως τον υπέροχο ήχο του αρμονίου. Ακριβώς αυτόν που έχουν οι Olympians στο οργανικό τους «Συμπόσιο». Ίσως να ήταν αυτή η ανάμνηση που με έκανε λίγα χρόνια μετά, στο Γυμνάσιο πια, να ζητήσω από τους γονείς μου να πάρουμε ένα αρμόνιο Hammond.

Φτάνουμε στο Γυμνάσιο. Οι αποκριάτικοι χοροί συνεχίζονταν, αλλά η συγκεκριμένη αίθουσα ήταν κλειστή τις πρωινές ώρες του σχολείου (ξαναπέρασα την πόρτα της στο Λύκειο, καθώς τη χρησιμοποιούσαν για τις εξετάσεις στο τέλος της χρονιάς, οπότε και αποκαθηλώθηκε μέσα μου). Οι μουσικές μνήμες του Γυμνασίου είναι ετερόκλητες. Από τη μια θυμάμαι στο μάθημα της «Ωδικής» να προσπαθεί ο καθηγητής να μας κάνει να προσέξουμε το ποίημα και να αντιγράψουμε τη χορωδία στο «Χάραμα», από τους «Ελεύθερους πολιορκημένους» του Διονύσιου Σολωμού στη μελοποίηση του Γιάννη Μαρκόπουλου με την Ειρήνη Παπά. Και από την άλλη, στη «λαϊκή ώρα» του μαθήματος, να μας βάζει να μάθουμε το «Όνειρο δεμένο» του Σταύρου Ξαρχάκου και του Βαγγέλη Γκούφα. Και τα δύο από πικάπ, όχι από κασετόφωνα ή μπομπινόφωνα, κάτι που πάντα εκτιμούσα. Κι ας με είχε εξαιρέσει από τη χορωδία. Ήμουνα από τους λίγους που απέκλεισε από την αρχή. Ούτε στο bootcamp – για να χρησιμοποιήσω σημερινή ορολογία – δεν έφτασα, παρά την ενασχόλησή μου με τα τραγούδια από την προνηπιακή ηλικία.

Σε όλα τα σχολικά χρόνια υπήρχαν φυσικά και οι μουσικές επιρροές από τα ακούσματα των συμμαθητών. Αλλά ήταν πολύ δύσκολο στα διαλείμματα που γίνονταν αυτές οι συζητήσεις να έχεις και ακουστικό δείγμα, μια που τα walkman εμφανίστηκαν στις τελευταίες για μένα τάξεις του σχολείου. Για internet φυσικά ούτε λόγος. Αφορμή συνήθως ήταν κάποιο εξωσχολικό ερέθισμα που αμέσως έπαιρνε τη θέση του στα τετράδια ή τις σχολικές τσάντες. Ακόμα και αν ήταν άγνωστο σε μας τους μικρότερους που το βλέπαμε γραμμένο. Για παράδειγμα, τα αρχικά “AC/DC” πρώτα τα συνάντησα ως «εναλλασσόμενο/συνεχές ρεύμα» στα βιβλία της Φυσικής του Γυμνασίου και μετά ως συγκρότημα.

Παράλληλα βέβαια, είχαν αρχίσει και οι ανταλλαγές τραγουδιών μεταξύ μας. Σχεδόν πάντα σε κασέτες (λιγότερο σε δίσκους), όπου το δύσκολο δεν ήταν να αντιγράψεις από δίσκο, αλλά από κασέτα σε κασέτα, μιας και τα διπλά κασετόφωνα δεν ήταν ακόμα ευρέως διαδεδομένα. Κι έτσι αναγκαζόμασταν να κάνουμε μεταφορές μεγάλων κασετοφώνων για τη δουλειά αυτή. Τι γίνεται όμως όταν το περιεχόμενο είναι μάλλον ακατάλληλο, όπως στις περίφημες πειρατικές κασέτες του Χάρρυ Κλυνν – ζωντανά ηχογραφημένες από τα κέντρα όπου εμφανιζόταν - με τις γνωστές αθυροστομίες; Εκεί το εγχείρημα πραγματοποιείτο με μεγάλες προφυλάξεις, όταν έλειπαν οι γονείς από το σπίτι ή με ακουστικά. Αντίστοιχα δρακόντεια μέτρα λαμβάνονταν και με την επιστροφή του υλικού στο σχολείο και την παράδοσή του στον εκάστοτε παραλήπτη. Ούτε διακίνηση παράνομων τσιγάρων να έκανα. Που δεν κάπνιζα κιόλας.

Και μπορεί να μην κάπνιζα, αλλά αντίστοιχα τραγούδια τα μάθαινα. Πώς; Η τελευταία σχολική ανάμνηση έρχεται από το 1983. Είχαμε αλλάξει σπίτι και πούλμαν μαζί. Ο νέος οδηγός του σχολικού δε μας χάλαγε χατήρι και τα μεσημέρια πάντα ακούγαμε το «Στούντιο 3-44», τη ραδιοφωνική εκπομπή του Άκη Έβενη. Την Παρασκευή μάλιστα, που σχολούσαμε μία ώρα νωρίτερα, μου ’βγαινε η γλώσσα στο τρέξιμο για το σπίτι ώστε να προλάβω να την ηχογραφήσω, μιας και εκείνη τη μέρα έπαιζε το top ten του Billboard. Για την αντίστοιχη θρυλική εκπομπή του Γιάννη Πετρίδη στις 4 το απόγευμα δεν υπήρχε πρόβλημα, γιατί ήμουν σχεδόν πάντα στο σπίτι.

Ας γυρίσουμε όμως στο σχολικό και τα τραγούδια για «καπνίζοντες». Ο οδηγός μπορεί τις περισσότερες φορές να μας έβαζε αυτό που θέλαμε, αλλά μερικές φορές ήθελε να ακούει κι εκείνος τα δικά του. Την εποχή εκείνη λοιπόν είχε κυκλοφορήσει το περίφημο live του Γιώργου Νταλάρα από τον «Ορφέα», όπου συμπεριλαμβάνονταν και 2 χασικλίδικα τραγούδια του Βαγγέλη Παπάζογλου: «Η φωνή του αργιλέ» (Πέντε χρόνια δικασμένος) και «Ο ξεμάγκας» (Βαρέθηκα τον αργιλέ). Απαγορευμένα τραγούδια τα παλιότερα χρόνια, ο μύθος του χασικλή ρεμπέτη πάντα σε ισχύ, ήταν και ελαφρώς συνωμοτική η παρουσίασή τους από τον Νταλάρα στον δίσκο, δεν ήθελε και πολύ ώστε να τα προσέξεις περισσότερο και από την πολλοστή επανάληψη να αρχίσεις να τα σιγοτραγουδάς.

Ακόμα θυμάμαι το ύφος της μακαρίτισσας της μάνας μου – φιλόλογος στο επάγγελμα – όταν ένα μεσημέρι άνοιξα την εξώπορτα σιγοτραγουδώντας (αφού δε με είχαν πάρει στη χορωδία, έπρεπε κι εγώ κάπως να εκτονώνομαι): «Φύσα, ρούφα, τράβα τόνε, πάτα τονε κι άναφ’ τόνε». Και δεν είναι μόνο που έβλεπε τον κανακάρη της να μπαίνει στο σπίτι λες και μπαίνει «Μες στον τεκέ της Μαριγώς». Είναι που σε μία σπάνια αντιστροφή ρόλων μεταξύ μας, ήμουν εγώ τώρα που έπρεπε να δώσω απάντηση στο γνωστό φιλολογικό ερώτημα «τι θέλει να πει ο ποιητής». Σχολείο πάντως δεν άλλαξα.

LOGIN