ΣΤΗΛΕΣ

Με το κασετόφωνο δίπλα στο ηχείο της τηλεόρασης

Με το κασετόφωνο δίπλα στο ηχείο της τηλεόρασης

ΕΜΕΙΝΑ ΣΤΟ ΡΑΦΙ: O Σιδερής Πρίντεζης βγάζει s(h)elfies στα ράφια της δισκοθήκης του.

 

 

Να έχεις μανία από μικρός με τη μουσική, να είσαι στα 11 με 12 και να έχεις μόλις καταφέρει να μεταγράψεις δίσκους σε κασέτες από μικρό φορητό πικάπ σε επίσης φορητό ραδιοκασετόφωνο συνδέοντάς τα με καλώδιο που καταλήγει σε μονοφωνικά «καρφιά». Και μετά τι; «Καινούργιο κοσκινάκι μου» αλλά πώς να το αξιοποιήσεις, αφού οι δίσκοι μεταγράφονται καλύτερα στο μεγάλο στερεοφωνικό του σπιτιού.

Σκέφτεσαι λοιπόν να αρχίσεις να γράφεις τις μουσικές των τίτλων από τις αγαπημένες σου τηλεοπτικές εκπομπές, με εξωτερική εγγραφή αυτή τη φορά, τοποθετώντας το κασετόφωνο δίπλα στο ηχείο της τηλεόρασης και συνδέοντας στην είσοδο κι ένα παλαιού τύπου μικρόφωνο ή χρησιμοποιώντας μόνο το ενσωματωμένο. Γνωρίζεις βέβαια εκ των προτέρων ότι η ποιότητα θα είναι χαμηλή, ίσα-ίσα για να υπάρχει η καταγραφή. Έλα όμως που την ώρα που γίνεται αυτό (τα λίγα λεπτά δηλαδή) μπορεί να χτυπήσει το τηλέφωνο ή το κουδούνι για τα κοινόχρηστα ή η από πάνω που εκείνη την ώρα θυμάται πως θέλει περισσότερες ώρες αναμμένο το καλοριφέρ (μου έχουν συμβεί και τα τρία). Και επειδή όλα περνάνε στην ηχογράφηση, αναγκάζεσαι να σταματήσεις πατώντας το stop πριν η κασέτα γράψει και αυτά που ξεστομίζεις μέσα απ’ τα δόντια σου και να περιμένεις την άλλη βδομάδα με μόνη επιλογή ασφαλείας να κατεβάσεις το ακουστικό του τηλεφώνου και να αφήσεις ανοιχτή την εξώπορτα.

Μέχρι που φέρνει ο πατέρας από το εξωτερικό φορητό ραδιοκασετόφωνο με μικρή ενσωματωμένη τηλεορασούλα και οι εγγραφές τώρα πλέον γίνονται εσωτερικά κι ας χτυπάνε όλα τα κουδούνια μαζί. Τα διπλά όμως κασετόφωνα δεν είχαν ακόμα μπει στη ζωή μας, η σύνδεση ανάμεσα σε δύο μονά στο σπίτι μας δεν ήταν χωροταξικά το πιο εύκολο πράγμα, οπότε η δυνατότητα για ένα, υποτυπώδες έστω, μοντάζ ήταν μηδαμινή. Έπρεπε να είσαι έτοιμος να ελευθερώσεις το pause στο κασετόφωνο αμέσως πριν την έναρξη της μουσικής και να το σταματήσεις εγκαίρως πριν αρχίσουν οι διάλογοι. 

 

Τη λύση στο μοντάζ την έδωσε αργότερα το βίντεο, οπότε πλέον είχες την άνεση και να μην είσαι παρών την ώρα που παιζόταν η εκπομπή που ήθελες να γράψεις και να μπορείς να την κρατήσεις ως ήχο και εικόνα, αλλά και να μεταγράψεις οποιοδήποτε ηχητικό απόσπασμα (έστω με λίγο φύσημα παραπάνω) σε κασέτα - κάτι που μου φάνηκε εξαιρετικά χρήσιμο όταν πια ξεκίνησα εκπομπές στο ραδιόφωνο.

Δυστυχώς, ως παιδί, παρ’ όλο που παρακολουθούσα ελληνικά σήριαλ, δεν είχε περάσει από το νου μου ότι θα σβήνονταν πολύ αργότερα, ώστε να γράφω σε κασέτες ολόκληρα επεισόδια, κρατώντας έτσι τον ήχο τους μόνο. Όταν ήρθε το βίντεο είχε σταματήσει το ατιμώρητο έγκλημα του σβησίματος αφήνοντας πίσω του για πάντα χαμένα πολύτιμα τηλεοπτικά τεκμήρια.

Μεγαλώνοντας, η συνήθεια παρέμεινε, αλλά είχα περάσει πια από τη μουσική των παιδικών προγραμμάτων και των ελληνικών και ξένων σήριαλ στα τραγούδια των ελληνικών ταινιών. Δε με ενδιέφεραν τόσο τα τραγούδια των σκηνών του νυχτερινού κέντρου που υπήρχε σε όλες σχεδόν τις ελληνικές ταινίες, καθώς συνήθως εμπεριείχαν διαλόγους των πρωταγωνιστών που δύσκολα μπορούσα τότε να αφαιρέσω, αλλά και γιατί πολλά από αυτά τα συναντούσα παράλληλα και σε δίσκους μια που και η προσωπική δισκοθήκη είχε ήδη αρχίσει να μεγαλώνει. Το ενδιαφέρον μου είχε επικεντρωθεί στα τραγούδια με τις φωνές των ηθοποιών.

Επισημαίνω πως είμαστε αρκετά χρόνια πριν απ’ το YouTube στο οποίο μπορείς να βρεις πλέον και έτοιμα clips με τραγούδια από δυσεύρετες και σπάνια μεταδιδόμενες τηλεοπτικά ταινίες. Οι αυτούσιες εκδόσεις soundtracks όπως και οι κινηματογραφικές συλλογές ήταν λίγες στην ελληνική δισκογραφία, σε σχέση τουλάχιστον με το πλήθος των ταινιών που είχαν γυριστεί. Επίσης, πολλές μουσικές και τραγούδια που είχαν κυκλοφορήσει στις 45 στροφές δεν είχαν περάσει στους μεγάλους δίσκους.

Βρισκόμαστε προς τα τέλη της δεκαετίας του ’80 όταν ξεκινά η μόδα (;) των τραγουδιών του ελληνικού κινηματογράφου που κορυφώνεται στις αρχές της επόμενης δεκαετίας. Τραγούδια εύθυμα, χορευτικά, λαϊκά ή λαϊκότροπα, με ηθοποιούς ή τραγουδιστές πλημμύρισαν τη δισκογραφία. Υπήρξαν περιπτώσεις τραγουδιών που εμφανίστηκαν την ίδια χρονική περίοδο σε διαφορετικές συλλογές διαφορετικών εταιρειών.

exofillo 2

Τα τραγούδια συγκεντρώθηκαν είτε μέσα από παλιότερες εκδόσεις των 45 ή των 33 στροφών (και λίγα από τις 78 στροφές), είτε – και αυτό είναι το σημαντικότερο – μέσα από τις ηχητικές μπάντες των ταινιών. Τραγούδια δηλαδή που, με τη βοήθεια της τεχνολογίας, απομονώθηκαν μέσα από καθαρισμένες κόπιες και πήραν το δρόμο της δισκογραφίας για πρώτη φορά. Και όχι μόνο άγνωστα τραγούδια, αλλά και κάποια πασίγνωστα μέσα από τις επαναλαμβανόμενες τηλεοπτικές προβολές των ταινιών, που για ποικίλους λόγους δεν είχαν κυκλοφορήσει σε δίσκο στην εποχή τους.

Σιγά-σιγά άρχισαν να βλέπουν το δισκογραφικό φως και τραγούδια που δε θα παίζονταν στα «μπαράκια» που είχαν πια μετατραπεί σε «ελληνάδικα». Ήταν τραγούδια χαμηλότονα, μάλλον ξεχασμένα, προερχόμενα από όχι ιδιαίτερα δημοφιλείς ταινίες, αλλά πανέμορφα και ευτυχώς τα συμπαρέσυρε όλη αυτή η τάση και μπόρεσαν και αυτά να βρουν μια ξεχωριστή θέση στα lp και τα cd που είχαν ήδη κάνει την εμφάνισή τους.

Ίσως επειδή τα χορευτικά τραγούδια από το ελληνικό σινεμά που εξυπηρετούσαν τις ανάγκες των ελληνάδικων ήταν πεπερασμένα σε αριθμό, ίσως επειδή ζήλεψαν τη δόξα τους, ίσως επειδή εκεί βρήκαν καλλιτεχνική διέξοδο, αρκετοί τραγουδιστές – που δεν προέρχονταν μόνο από κοντινούς μουσικούς δρόμους – ξεκίνησαν να λανσάρουν μεμονωμένα singles ή και δίσκους ολόκληρους με τραγούδια που να μοιάζουν σα να βγήκαν από κάποια παλιά ταινία: χασάπικα και ζεϊμπέκικα, τσιφτετέλια και καρσιλαμάδες, ενορχηστρωμένα κατάλληλα με την επιτηδευμένη πατίνα του χρόνου ώστε να παραπέμπουν στο παρελθόν. Η συνέχεια είναι γνωστή. Σιγά-σιγά τα γνήσια κινηματογραφικά τραγούδια έδωσαν τη θέση τους στα «αντίγραφά» τους και αυτά αργότερα σε κάτι άλλο κ.ο.κ.

Ευτυχώς οι δίσκοι έμειναν και συνέχισαν την αυτόνομη πορεία τους, ακολουθώντας όμως τη φθίνουσα πορεία της δισκογραφίας. Όπως και οι ταινίες που συνεχίζουν και προβάλλονται με αμείωτο ενδιαφέρον στην τηλεόραση και που σαφώς η εκεί προβολή τους συνέβαλε τα μέγιστα στην ανάδειξη των τραγουδιών τους που πολλά, αν δεν είχαν περάσει απαρατήρητα, είχαν σίγουρα αδικηθεί στην εποχή τους.

Ξαναγυρίζοντας στην αρχή του κειμένου, σκέφτομαι πως ίσως θα έπρεπε να είχα κρατήσει ταινίες στο βίντεο. Όχι ότι δε θα τις έβρισκα αργότερα σε dvd σε προσφορές με εφημερίδες ή περιοδικά, ακόμα και τις μη «πρωτοκλασάτες», αλλά γιατί τις προτιμώ όπως είχαν γυριστεί τότε, χωρίς τις κατοπινές παρεμβάσεις που υπέστησαν μερικές από αυτές. Χωρίς δηλαδή τους εγχρωματισμούς, όσο προσεκτικά και αν έχουν γίνει, μια και οι αρχικές ταινίες γυρίστηκαν με τη γνώση και τις ρυθμίσεις των συντελεστών ότι θα αποτυπωθούν σε ασπρόμαυρο φιλμ. Χωρίς τις διαφορετικές γραμματοσειρές στους τίτλους ή στα τελικά credits που σαφώς μπήκαν εκ των υστέρων και μερικές φορές πέφτουν πάνω στα τελευταία πλάνα των πρωταγωνιστών, λες και δεν έφτανε το κλασσικό «Τέλος» που υπήρχε μέχρι τότε. Και κυρίως, χωρίς αυτές τις άθλιες προσθήκες εξωτερικών πλάνων από άλλες ταινίες (προφανώς της ίδιας εταιρείας που τις διακινεί), που μερικές φορές προέρχονται και από ταινίες διαφορετικής εποχής και μοιάζουν τόσο παράταιρα που, ελάχιστα από αυτά, μόνο ως “director’s cut” θα μπορούσαν να σταθούν. Οι πιο πολλοί όμως από τους σκηνοθέτες τους δε ζουν πια δυστυχώς. Ευτυχώς τουλάχιστον δε βλέπουν τις αντιαισθητικές παρεμβάσεις στο έργο τους.

Μακάρι η επόμενη ομαδική ενασχόληση με τον ελληνικό κινηματογράφο που θα έχει και εμπορικό αντίκρυσμα να μας γυρίσει στην πηγή και να φέρει πάλι πίσω στην κυκλοφορία τις αυθεντικές κόπιες, με καθαρισμένη μόνο την αρχική εικόνα και ανέπαφη την αυθεντικότητά τους.

LOGIN