ΣΤΗΛΕΣ

Μια ζωή στα δισκάδικα

Μια ζωή στα δισκάδικα

ΕΜΕΙΝΑ ΣΤΟ ΡΑΦΙ

Ο Σιδερής Πρίντεζης βγάζει s(h)elfies στα ράφια της δισκοθήκης του. 

 

 

Ράφια. Στα δισκάδικα πρώτα και στο σπίτι μετά. Πολλές ώρες της ζωής μου έχω περάσει σε αυτά. Ψάχνοντας, ακούγοντας, διαλέγοντας. Ειδικά τέτοιες μέρες, του Ιανουαρίου, ήμουν η χαρά του δισκοπώλη, καθώς η αγορά μετά τη χριστουγεννιάτικη περίοδο πάντα έπεφτε. Εγώ όμως εκεί, παρών. Τότε οι εκπτώσεις δεν ξεκινούσαν αμέσως μετά τις γιορτές όπως τώρα. Αφήστε δε που τα δισκάδικα δεν ακολουθούσαν συνήθως τις εκπτώσεις –πλην ελαχίστων προσφορών- ούτε υπήρχε ακόμα εξελιγμένο το σύστημα των δόσεων μέσω πιστωτικών καρτών...για όποιον διέθετε..

Μιλάμε φυσικά για εποχές που υπήρχαν δισκάδικα. Μαγαζιά δηλαδή που πουλούσαν αποκλειστικά δίσκους και κασέτες και κατόπιν cd, άντε και κάποια αξεσουάρ, τα οποία αφθονούσαν όχι μόνο στο κέντρο, αλλά και στις συνοικίες.

Στη γειτονιά που μεγάλωσα, στην πλατεία Αμερικής, θυμάμαι τουλάχιστον τέσσερα στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του ‘70. Πολλά από αυτά επιβίωναν γράφοντας –παράνομα φυσικά– κασέτες. Η γραμμένη κασέτα είχε άλλη τιμή ανάλογα με τη διάρκεια. Εξηντάρες, ενενηντάρες, σπανιότερα σαρανταεξάρες και σχεδόν ποτέ εκατονεικοσάρες (κούραζαν λέει τα κασετόφωνα και τις μασούσαν πιο εύκολα... μου’ χει τύχει). Η τιμή επίσης ήταν διαφορετική αν σου έγραφαν ολόκληρους δίσκους και διαφορετική αν έκανες επιλογή τραγουδιών από τους δίσκους που διέθετε το κατάστημα. Υπήρχαν φυσικά και έτοιμες επιλογές.

Από τις πρώτες και ομορφότερες μνήμες που έχω από εκείνα τα χρόνια είναι τα δισκοπωλεία που είχαν ειδικές προθήκες για τα δισκάκια των 45 στροφών. Τα τοποθετούσαν συνήθως ανά εταιρεία, ίσως και ανά καλλιτέχνη της εταιρείας. Αυτό τουλάχιστον καταλάβαινα εγώ από την ομοιομορφία των φακέλων τους όπως φαίνονταν στα ράφια. Μπορείτε να πάρετε μια ιδέα αν κοιτάξετε το background της φωτογραφίας στο εξώφυλλο του μεγάλου δίσκου Μαζί με τον Γρηγόρη (συλλογή επιτυχιών του Γρηγόρη Μπιθικώτση) που, αν δεν κάνω λάθος, είχε τραβηχτεί στο δισκάδικο του πολυκαταστήματος των αδερφών Λαμπρόπουλου (οι οποίοι είχαν τότε την Columbia). Με τη μακαρίτισσα τη μάνα μου το είχαμε επισκεφτεί αρκετές φορές, κυρίως για τα δισκάκια με τον Καραγκιόζη του Ευγένιου Σπαθάρη. Αυτά όμως είχαν συνήθως ασπρόμαυρα ζωγραφισμένα εξώφυλλα, με τις φιγούρες του Θεάτρου Σκιών.

R 8555774 1463957034 7497.jpeg

Θυμάμαι ακόμα τις τιμές των δίσκων στα πρώτα μου χρόνια, όταν συνειδητοποίησα ότι αυτό θα ήθελα να είναι το αγαπημένο μου «παιχνίδι». 50 δραχμές ο μικρός, 150 δραχμές ο μεγάλος. Ήμουν από τις πιο εύκολες περιπτώσεις στο να μου κάνεις δώρο. Απλά με ρωτούσες ποιον δίσκο θέλω, μήπως τον είχα ήδη ή μήπως τον είχα ζητήσει από άλλον συγγενή. Η συστολή ερχόταν αν ο δίσκος ήταν διπλός, άρα και ακριβότερος.

Μεγαλώνοντας, στα χρόνια του ’80, έκανα μόνος μου τους υπολογισμούς από το χαρτζιλίκι μου. Διευρύνοντας όμως τα ακούσματά μου, διευρύνθηκαν και οι προτιμήσεις μου, άρα εξαντλούνταν γρηγορότερα και τα χρήματα. Η γραμμένη κασέτα ήταν μια λύση ανάγκης, για δίσκους της μιας επιτυχίας όπως τους έλεγαν τότε, αλλά και για τα πάρτυ και τις εκδρομές.

Η δισκογραφία παρέμενε ανθηρή, αλλά τα οικονομικά μου όχι. Αρχικά χώριζα τη χρονιά σε περιόδους, δίνοντας έμφαση στα Χριστούγεννα και το Πάσχα. Έτυχε να βοηθήσω τότε, για 3 ή 4 φορές, έναν φίλο που είχε συνοικιακό δισκάδικο. Δεν τολμώ να πω ότι δούλεψα. Η αμοιβή φυσικά ήταν κάποιες από τις νέες δισκογραφικές εκδόσεις της εκάστοτε γιορτινής περιόδου. Τότε έβγαιναν οι περισσότεροι νέοι δίσκοι και μαζί τους και οι συλλογές των επιτυχιών που για έναν φοιτητή αποτελούσαν μία καλή διέξοδο, κυρίως για το ξένο ρεπερτόριο. Θυμάμαι μάλιστα τους συνασπισμούς εταιρειών στην έκδοση συλλογών. Από τη μία Polygram-EMI-Virgin και από την άλλη BMG-Sony-Warner. Κάποιες είχαν σπόνσορα και άλλη εταιρεία, εκτός δισκογραφίας, που έβαζε το λογότυπο ή τη φίρμα της στο εξώφυλλο. Αρκετές από αυτές τις συλλογές, ξένες ή ελληνικές, ήταν φτιαγμένες με γνώση, μεράκι και γούστο. Άλλες πάλι... με το εξώφυλλο αδικούσαν και το περιεχόμενό τους.

49339598 2196254463759855 1265158418914607104 n

Τα χρόνια πέρασαν και στη δεκαετία του ’90 πια ανακάλυψα τα μαγαζιά των μεταχειρισμένων δίσκων στο κέντρο της Αθήνας, την Κυψέλη και το Μοναστηράκι φυσικά, όπου έβρισκες δίσκους σε πολύ καλές τιμές και άλλους σε τσουχτερές τιμές, τους οποίους δεν ήταν δυνατόν όμως να τους βρεις αλλιώς. Εννοώ πάντα σε επίσημη χειροπιαστή original μορφή (όχι απαραίτητα στην πρώτη της έκδοση) και αναφέρομαι σε εποχές προ διαδικτυακών αγορών, mp3, youtube κλπ. Αργότερα, τον Ιανουάριο του 2001, μπήκα στο ραδιόφωνο οπότε οι νέες κυκλοφορίες στέλνονταν απευθείας από τις εταιρείες, ή και από τους καλλιτέχνες τα τελευταία χρόνια.

Κι έτσι... φτάσαμε εδώ που φτάσαμε: Όλες αυτές οι μνήμες να έχουν μαζευτεί σε αρκετές δεκάδες ράφια και να ανασύρονται με την κατάλληλη αφoρμή, είτε αυτή είναι μια επέτειος, είτε μια ταινία ή μια θεατρική παράσταση που με ενδιέφερε πολύ η μουσική της, είτε ένας δίσκος που μου θύμισε μια ιστορία, είτε ένα παλιό δημοσίευμα που έχει μουσικές προεκτάσεις, είτε η έμφυτη νοσταλγική μου διάθεση –χωρίς ωστόσο άκριτη ωραιοποίηση του παρελθόντος- που ενίοτε όμως εξελίσσεται σε παλιμπαιδισμό. Γιατί όπως λέει και ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου στη δική του «Σφεντόνα»:

«Κι ενώ όλα τα θυμόμουνα κι είχα μυαλό ξουράφι,

να μεγαλώσω ξέχασα και έμεινα στο ράφι». 

LOGIN