ΣΤΗΛΕΣ

Πώς γνώρισα τη Μαίρη Παναγιωταρά

Πώς γνώρισα τη Μαίρη Παναγιωταρά

Ο Σιδερής Πρίντεζης βγάζει s(h)elfies στα ράφια της δισκοθήκης του.  

 

Ήταν κάτι σαν θεσμός η ελληνική ταινία του Σαββατόβραδου στην τηλεόραση. Τη Δευτέρα στο σχολείο ανταλλάσσαμε ατάκες γιατί σχεδόν όλοι την είχαμε δει. Σκεφτείτε πως την εποχή εκείνη, τέλος της δεκαετίας του ’70, δεν απείχαμε και τόσο πολύ από τα χρόνια παραγωγής των ταινιών που έδειχνε η τηλεόραση. Δύο από τις τελευταίες παραγωγές της Φίνος Φιλμ μάλιστα πρόλαβα να τις δω πρώτα στο σινεμά: Tον Τρομοκράτη με τον Κώστα Βουτσά και το Ο κυρ-Γιώργης εκπαιδεύεται με τον Διονύση Παπαγιαννόπουλο.

Ως παιδί λοιπόν που αγαπούσε και το θέατρο –και όχι μόνο το παιδικό– ήθελα να βλέπω και στη σκηνή τους ηθοποιούς που έβλεπα στις ελληνικές ταινίες του Σαββάτου στην τηλεόραση. Οι επιθεωρήσεις που συγκέντρωναν περισσότερους πρωταγωνιστές ήταν φυσικά από τα αγαπημένα μου θεατρικά θεάματα. Και για τον μουσικοχορευτικό και τον φαντασμαγορικό χαρακτήρα του είδους.

Ο θείος από τη Νάξο ήρθε στην Αθήνα στα τέλη του καλοκαιριού του 1981. Θέλαμε «να τον πάμε ένα θέατρο». Τις πιο πολλές παραστάσεις όμως τις είχαμε δει (υπήρχαν τότε πολλές θερινές θεατρικές επιλογές στο κέντρο της Αθήνας). Η κόρη του λοιπόν μας πρότεινε να πάμε στο θέατρο Σμαρούλα για να δούμε αυτά τα νέα παιδιά που, εκείνη με τον άντρα της, τα παρακολουθούσαν ήδη από τα προηγούμενα χρόνια που έπαιζαν στο Άλσος Παγκρατίου. Από τότε δηλαδή που ονομάζονταν «Ελεύθερο Θέατρο» και όχι ακόμα «Ελεύθερη Σκηνή», όπως όταν τους πρωτοείδα.

Τους περισσότερους από τους ηθοποιούς που θα έβλεπα στην επιθεώρηση Της Ελλάδας το Κάγκελο (γι’ αυτή την παράσταση μιλάμε) δεν τους ήξερα. Δεν έπαιζαν βλέπεις στις ελληνικές ταινίες του Σαββάτου. Πολλοί είχαν εμφανιστεί σε σήριαλ, εγώ όμως αναγνώριζα μόνο τον Σταμάτη Φασουλή που είχε περάσει για λίγο από το τηλεοπτικό Λούνα-Παρκ του Γιάννη Δαλιανίδη, στο ρόλο του καφετζή. Αλλά για θέατρο και ειδικά για επιθεώρηση …«πετούσα τη σκούφια μου».

Scan Pic0075 resize 500x500

Και ξεκινάει η παράσταση. Και αρχίζουν τα πρώτα γέλια. Και γελάω κι εγώ με αστεία που είχαν σχέση όχι μόνο με πολιτικούς και κόμματα όπως συνηθιζόταν, αλλά και με καταστάσεις της καθημερινής ζωής και δεν έμοιαζαν με τα τετριμμένα που ακούγονταν ήδη στις περισσότερες επιθεωρήσεις. Γελάω και θαυμάζω την αμεσότητα και τον σχολιασμό γεγονότων και συμπεριφορών που είχα κιόλας συναντήσει, χωρίς να καταλαβαίνω ακόμα το πόσο θα με αφορούσαν στη συνέχεια. Χιούμορ ευφυές, διεισδυτικό, επίκαιρο, χωρίς εξυπνακισμούς, χυδαιότητες και ευκολίες. Κι ας μην υπήρχαν τα πολυμελή μπαλέτα και τα ευφάνταστα εναλλασσόμενα σκηνικά. Για του λόγου το αληθές, αξίζει να δείτε στο διαδίκτυο τα Αλαλούμια που γύρισε η «Ελεύθερη Σκηνή» για το «Θέατρο της Δευτέρας» της ΕΡΤ το 1982 και περιέχουν νούμερα από διάφορες επιθεωρήσεις τους:

Ας πάμε τώρα στο μουσικό μέρος. Από τις παραστάσεις που είχα δει ως τότε, είχα διαμορφώσει την άποψη πως οι επιθεωρήσεις διέθεταν μια πρωτότυπη σύνθεση ως έναρξη και φινάλε -που εμπεριείχε φυσικά τον τίτλο- και πως το κάθε νούμερο τέλειωνε συνήθως με παρωδία πάνω σε τραγούδι της εποχής. Αργότερα ωστόσο είδα και αρκετές επιθεωρήσεις με ενδιάμεσα πρωτότυπα τραγούδια, πέρα από το εναρκτήριο και το φινάλε.

Τις «ρομάντζες» ή τα τραγούδια που γράφονταν για τους τραγουδιστές ή τις τραγουδίστριες που συμμετείχαν στις επιθεωρήσεις τις δεκαετίες του ’50 και του ’60, των οποίων οι στίχοι εμφανίζονταν συχνά σε κάθετα πανό για να τα μάθει ο κόσμος που τα άκουγε για πρώτη φορά, εννοείται πως δεν τα πρόλαβα. Ήταν πρωτόγνωρο λοιπόν για μένα να βλέπω ηθοποιό σε σκετς χωρίς πρόζα, αλλά με τραγούδι μόνο. Αυτό συνέβη στης Ελλάδας το Κάγκελο, όταν ο Γιώργος Κέντρος απευθύνθηκε στο κοινό ως Νάσος Παναγιωταράς και μας σύστησε τη γυναίκα του, τη Μαίρη Παναγιωταρά (Λόυσκα Αβαγιανού, στο 56΄:42΄΄ του παραπάνω βίντεο). Τα υπόλοιπα είναι γνωστά.

Το συγκεκριμένο τραγούδι, «Μια μέρα μιας Μαίρης», που έγραψαν ο Λουκιανός Κηλαηδόνης με τη συγγραφική ομάδα της «Ελεύθερης Σκηνής» πάνω σε μια ιδέα της Άννας Παναγιωτοπούλου, πρωτοεμφανίζεται στη δισκογραφία με τη φωνή της Αφροδίτης Μάνου στο άλμπουμ Χαμηλή Πτήση του Λουκιανού Κηλαηδόνη το 1982. Δύο χρόνια μετά, με την πρώτη διδάξασα αυτή τη φορά, υπάρχει στο Πάμε Μαέστρο, διπλός δίσκος που περιέχει σε σύγχρονη εκτέλεση πολλά από τα τραγούδια της μακρόχρονης συνεργασίας του Κηλαηδόνη με το «Ελεύθερο Θέατρο» και την «Ελεύθερη Σκηνή». Δίσκος-απόκτημα για εμένα τότε, καθώς περιείχε τραγούδια που θυμόμουνα κάπως από τις παραστάσεις που είχα ήδη δει (Της Ελλάδας το Κάγκελο, Αλλαγή κι Απάνω Τούρλα, Ραντεβού με την Υστερία), αλλά και από πολλές άλλες που δεν είχα δει, λόγω ηλικίας κυρίως.

μανου

Αυτά μου ήρθαν πάλι στο νου αυτές τις μέρες που συμπληρώθηκαν δύο χρόνια από τότε που ο «φτωχός και μόνος καουμπόι» Λουκι-ανός Κηλαηδόνης έφυγε με τη Ντόλλυ του γι’ άλλα μέρη. Σ’ αυτόν και την «Ελεύθερη Σκηνή», στους ηθοποιούς της και στη συγγραφική ομάδα (Σταμάτης Φασουλής - Άννα Παναγιωτοπούλου κυρίως, αλλά και με τη συνεργασία του Λάκη Λαζόπουλου και της Μαριανίνας Κριεζή στις παραστάσεις που είδα εγώ), χρωστά ένα 13χρονο τότε παιδί ένα κομμάτι από τη διαμόρφωση του θεατρικού του γούστου.

Και αναρωτιέμαι τώρα, στα 51 μου πια, πόσα σημερινά 13χρονα παιδιά ξέρουν ή έχουν δει ζωντανά αυτή τη μορφή της επιθεώρησης. Είτε με καθιερωμένους, είτε με ανερχόμενους πρωταγωνιστές. Σήμερα το συγκεκριμένο είδος, πλην ελαχιστότατων εξαιρέσεων, το έχουν υποκαταστήσει – και όχι αντικαταστήσει – το διαδίκτυο, η τηλεόραση, το stand-up comedy. Με εξαιρετικά ταλαντούχους ανθρώπους και σε συγγραφικό και σε ερμηνευτικό επίπεδο, με φρέσκια ματιά, οξυδέρκεια, γρήγορη προσαρμογή στους βιαστικούς καθημερινούς ρυθμούς και τις καταστάσεις που  επιλέγουν να σατιρίσουν. Και αν όλα αυτά μοιάζουν ή παραπέμπουν στην κλασική επιθεώρηση, στους επιγόνους ή και τους αναμορφωτές της, διαφέρουν σε ένα βασικό σημείο: δεν είναι Θέατρο.

LOGIN