ΣΤΗΛΕΣ

Το «hit του καλοκαιριού»

Το «hit του καλοκαιριού»

ΕΜΕΙΝΑ ΣΤΟ ΡΑΦΙ: O Σιδερής Πρίντεζης βγάζε s(h)elfies στα ράφια της δισκοθήκης του.

  

 

Το «hit του καλοκαιριού». Διακαής πόθος για τραγούδια στα κλαμπ, ταινίες στα θερινά, θεατρικές παραστάσεις σε καλοκαιρινή περιοδεία. Μιλώντας μόνο για τραγούδια και πηγαίνοντας πάλι πίσω στο χρόνο, πριν την εποχή του διαδικτύου με τα χιλιάδες views, τα καλοκαιρινά «hits» διαδίδονταν από στόμα σε στόμα και περίμενες να τα ακούσεις στις ντισκοτέκ των διακοπών σου.

Κάνοντας μία στάση στα μέσα της δεκαετίας του ’80 και χωρίς να έχω υπάρξει τακτικός θαμώνας των «ντίσκο», ακούγοντας όμως πολλή ξένη μουσική (80’s και ξερό ψωμί), θα έλεγα πως το πρόγραμμά τους είχε πολλά κοινά στοιχεία με το πρόγραμμα των τότε θερινών κινηματογράφων: αποτελείτο κυρίως από τις επιτυχίες του περασμένου χειμώνα.

Ασφαλώς οι DJ’s που ήθελαν να κάνουν τη διαφορά έψαχναν για εκείνο το άγνωστο κομμάτι ή τον πρωτόβγαλτο καλλιτέχνη (της μιας επιτυχίας όπως αποδείχτηκε πολλές φορές) που θα άρεσε στον κόσμο και που, στην καλύτερη περίπτωση, θα το ανακάλυπταν πριν τα άλλα μαγαζιά ή θα δημιουργούσαν τη φήμη ότι στο δικό τους μπορούσες να ακούσεις και κάτι διαφορετικό από τα τετριμμένα που έπαιζαν οι υπόλοιποι. Κάτι περίπου σαν αυτό που προσπαθούμε να κάνουμε στο ραδιόφωνο.

Στο κέντρο της Αθήνας υπήρχαν λίγα δισκάδικα που επισκέπτονταν οι DJ’s και άκουγαν μία σειρά από τραγούδια, εισαγωγής κυρίως, προσπαθώντας να ανακαλύψουν την -για εκείνους- διαφαινόμενη επιτυχία. Έπαιρναν κυρίως maxi singles (δίσκοι 12 ιντσών που έπαιζαν στις 45 στροφές), διότι είχαν μεγαλύτερη διάρκεια με πιο περίτεχνη εισαγωγή κάποιες φορές και σχεδόν πάντα μετά το δεύτερο ρεφραίν την αναγκαία «μπότα» (το ρυθμικό beat) που βοηθούσε στη μίξη με το επόμενο κομμάτι. Όσο πιο ευφάνταστη ήταν η εισαγωγή, τόσο βοηθούσε το συγκεκριμένο κομμάτι στο να γίνει το εναρκτήριο του «προγράμματος» κι έτσι να εντυπωθεί περισσότερο στον κόσμο. Η πλειοψηφία αυτών των maxi singles ανήκε στη δημοφιλή χορευτικά (αλλά όχι απαραίτητα και μουσικά) κατηγορία των "Italo disco": αγγλόφωνα dance τραγούδια με έντονη χρήση συνθεσάιζερ, που δε συνδέονταν ωστόσο με τη θαυμάσια βρετανική new wave electro pop σκηνή των 80’s. Αρκετά όμοια μεταξύ τους, με κάποιες φωτεινές εξαιρέσεις.

Εμείς οι υπόλοιποι περιοριζόμασταν στο να πάρουμε το 45άρι με τη radio edit εκδοχή του τραγουδιού και να προσπαθεί να πιάσει το αυτί μας μερικά ονόματα τα οποία θα προσπαθούσαμε να αγοράσουμε μόνο και μόνο για να θεωρηθούμε εντός των ξένων μουσικών ρευμάτων της εποχής, ακόμα και πριν από την επίσημη κυκλοφορία τους στην Ελλάδα. Για παράδειγμα, ούτε που θυμάμαι πόσες φορές είχα πάει σε ένα από αυτά τα δισκάδικα στη στοά Φέξη που ήταν κοντά στο φροντιστήριο που πήγαινα για την Τρίτη Λυκείου για να ρωτήσω αν είχε έρθει το “Samurai” του Michael Cretu που, όπως είχε πάρει τ’ αυτί μου, κάποιοι DJ’s το περίμεναν πώς και πώς.

Μη νομίζετε όμως πως οι δίσκοι αυτοί καλοπερνούσαν συνήθως στα χέρια των DJ’s. Φυσικά το ζητούμενο ήταν, παρά τη συνεχή χρήση τους, να παίζουν καθαρά, χωρίς σκρατς και χωρίς «πηδήματα» στη βελόνα. Για το πρώτο, η πρόσκαιρη λύση είχε βρεθεί στο καταστροφικό όπως αποδείχτηκε οινόπνευμα που αρκετοί έριχναν πάνω στο βινύλιο την ώρα που έπαιζε ώστε να ακούγεται πεντακάθαρο. Και ναι μεν αυτό συνέβαινε, μετά όμως το οινόπνευμα δημιουργούσε ένα φίλτρο πάνω στην επιφάνεια του δίσκου που δεν έφευγε και, παρ’ όλο που εξωτερικά το έβλεπες «τζάμι» (αν και διακρίνονταν κάποιες στάμπες στο γυαλιστερό μέρος πριν την αρχή και μετά το τέλος του τραγουδιού δίπλα στην ετικέτα), όταν το έβαζες να παίξει ακουγόταν λες και είχε ένα τσουβάλι χώμα στ’ αυλάκια του.

Το να μπορέσεις να έχεις μία κασέτα από το πρόγραμμα δημοφιλούς κλαμπ ήταν άπιαστο όνειρο. Εκτός αν είχες προσωπικές γνωριμίες με τους ιδιοκτήτες ή τον disc jockey ή αν πλήρωνες όπως γινόταν στα δισκάδικα που έγραφαν κασέτες. Τις περισσότερες μέρες που ο DJ ήταν στα κέφια του, κάτω από την κονσόλα με τα πικάπ και τον μίκτη, υπήρχε κασετόφωνο και το rec πατιόταν ταυτόχρονα με την εισαγωγή του εναρκτήριου κομματιού του προγράμματος. Προσωπικά υπήρξα τυχερός καθώς ένα βράδυ σε παραθαλάσσιο κλαμπ σε μεγάλο κυκλαδονήσι όπου για χρόνια περνούσα τις διακοπές μου, χάλασε η βελόνα του ενός πικάπ, ο DJ εκνευρίστηκε και σηκώθηκε κι έφυγε κι έμεινε ο γιος του ιδιοκτήτη με ένα μόνο πικάπ και γεμάτο μαγαζί. Ευτυχώς το σπίτι μας ήταν κοντά και, καθώς πάντα υπήρχαν κασέτες με τις τελευταίες επιτυχίες στις αποσκευές μου, έσπευσα να του τις φέρω μέχρι να ενώσει το κασετόφωνο με τον μίκτη και να βγάλει τη βραδιά όπως-όπως. Η εξυπηρέτηση αυτή είχε και ανταπόδοση: Από τότε και για αρκετά χρόνια γυρνούσα στην Αθήνα φέρνοντας μαζί μου μια σειρά από κασέτες που μου έγραφαν σε ώρες εκτός λειτουργίας του κλαμπ, ώστε να γίνουν με δική μου επιλογή από τα maxi singles που λέγαμε παραπάνω, τα οποία έμπαιναν ολόκληρα και όχι μιξαρισμένα. Σίγουρα πάντως λίγους μήνες πριν εμφανιστούν στις ξένες συλλογές που θα κυκλοφορούσαν επίσημα για τη χριστουγεννιάτικη δισκογραφική αγορά.

Ελληνικά τραγούδια, εκεί που πήγαινα εγώ τουλάχιστον, δεν υπήρχαν στο πρόγραμμα. Ίσως προς το τέλος. Και αυτά ήταν επιτυχίες αυτού του νέου ρεύματος που μεγάλωσε και διαφοροποιήθηκε αργότερα, που τότε ονομάστηκε εύστοχα ή άστοχα «ελληνικό ροκ» (αν και πολλά ήταν μάλλον ποπ), αλλά είχε αρχίσει να σαρώνει στα μαγαζιά γιατί ο κόσμος μπορούσε και να τα χορέψει και να τα τραγουδήσει («Ρίτα-Ριτάκι», «Καλοκαιρινές διακοπές για πάντα», «Ευλαμπία», «Μπανάκι μανάκι», «Τσικαμπούμ» κ.α.). Δεν άργησε ο καιρός που πολλοί χώροι μετατράπηκαν σε μέρη που άκουγες σχεδόν αποκλειστικά ελληνικά τραγούδια. Και σε αυτό συνέβαλε σαφώς η μόδα(;) της επαναφοράς ή της ανακάλυψης των τραγουδιών του ελληνικού κινηματογράφου και των αντίστοιχων δισκογραφικών εκδόσεων. Αλλά για αυτό, μια που προέρχεται από το σινεμά, λέω να δώσουμε «ραντεβού τον Σεπτέμβρη». Καλό καλοκαίρι!

LOGIN