ΣΤΗΛΕΣ

«Το ‘χω σε κασέτα!»

«Το ‘χω σε κασέτα!»

ΕΜΕΙΝΑ ΣΤΟ ΡΑΦΙ: Ο Σιδερής Πρίντεζης βγάζει s(h)elfies στα ράφια της δισκοθήκης του. 

 

 

«Στέλιο μου τα τραγούδια σου απ’ την κασέτα ρίχ’ τα…» (Πυθαγόρας)

Πολύ πριν από τη σύγχρονη τεχνολογία που σου επιτρέπει να αποθηκεύσεις ατέλειωτες ώρες μουσικής σε μικρού μεγέθους gadgets τα οποία μπορείς να έχεις μαζί σου οπουδήποτε, υπήρχε αυτό το μέσο που έσωσε οργανωμένα πάρτυ ή δημιούργησε άλλα αυτοσχέδια χωρίς μίκτες με πικάπ ή οργανωμένους dj’s, συντρόφευσε παρέες στις διακοπές τους, έκανε ευχάριστες πολλές διαδρομές με αυτοκίνητο, είτε κολλημένο στην κίνηση είτε σε οδικά ταξίδια και αποτέλεσε –λόγω διαφορετικού περιεχομένου κάθε φορά- ένα από τα πιο προσωπικά «χειροποίητα» δώρα. Μιλάμε φυσικά για την κασέτα.

8-track κασέτες

Στην αρχή θυμάμαι αυτές των “8-track”. Είχαν παράξενη τεχνολογία. Η ταινία έκανε συνέχεια λούπες (δεν είχε ουσιαστικά αρχή και τέλος) και λόγω του πλάτους της, μπορούσε να έχει διαφορετικά τραγούδια σε 4 «προγράμματα» (ζώνες) που απλώνονταν παράλληλα το ένα με το άλλο σε όλο το μήκος της. Η κεφαλή διάβαζε τα τραγούδια που υπήρχαν στο καθένα από τα προγράμματα αυτά, ενώ με το πάτημα του κατάλληλου κουμπιού «κατέβαινε» στο κάτω πρόγραμμα πέφτοντας εκείνη την ώρα σε τυχαίο σημείο του τραγουδιού που ήταν γραμμένο στο ίδιο μήκος, αλλά σε διαφορετικό ύψος σε σχέση με το προηγούμενο. Σαν ένα πρώιμο zapping δηλαδή, στο οποίο όλα τα προγράμματα έτρεχαν παράλληλα με το μήκος της ταινίας, αλλά εσύ επέλεγες ποιο από αυτά θα ακούσεις.

Το παρακάτω στιγμιότυπο από την ταινία των Πάνου Γλυκοφρύδη και Ντίνου Κατσουρίδη Ο Θανάσης Στη Χώρα Της Σφαλιάρας με τον εξαιρετικό και αγαπημένο Θανάση Βέγγο διαδραματίζεται την εποχή της Χούντας, με απαγορευμένη τη μουσική και την παρουσία του Μίκη Θεοδωράκη. Στο συγκεκριμένο απόσπασμα διακρίνεται αυτός ο τύπος κασετών σε κασετόφωνο αυτοκινήτου (κυκλοφορούσαν και για οικιακά στερεοφωνικά). Στο πρώτο οικογενειακό Ford Taunus που θυμάμαι, υπήρχε αντίστοιχο κασετόφωνο και μάλιστα είχαμε και «αντάπτορα» για το ίδιο μέσο, που έπαιρνε τις μικρότερες και γνωστότερες κασέτες οι οποίες είναι και το θέμα μας.

Μικρές και εύχρηστες, φθηνές και πρακτικές, απαξιωμένες για χρόνια από τους συλλεκτικούς κύκλους. Ως προς τη διάρκειά τους για τις εγγράψιμες: 30άρες (τις πρόλαβα), 46άρες, 60άρες, 90άρες, 120άρες (τις αποφεύγαμε γιατί, παρά τη μεγαλύτερη χωρητικότητά τους, είχαν περισσότερη και πιο λεπτή μάλλον ταινία στο ίδιο «κέλυφος» με τις άλλες και ταλαιπωρούσαν τα κασετόφωνα). Για μια περίοδο, την εποχή των cd νομίζω, είχαν κυκλοφορήσει και 74άρες, ακόμα και 80άρες αν θυμάμαι καλά, ώστε να χωράνε ένα γραμμένο cd (θυμίζω πως τα πρώτα εγγράψιμα cd ήταν 74άρια μέχρι να παγιωθούν τα 80άρια).

Αυτές των εταιρειών είχαν διάρκεια ανάλογη με τη διάρκεια του άλμπουμ που περιείχαν. Κάποιες μάλιστα είχαν διαφορετική τη σειρά των τραγουδιών από τον ίδιο δίσκο, μοιρασμένα έτσι ώστε οι 2 πλευρές τους να έχουν σχεδόν ίδια διάρκεια, για να μη μένει κενό στο τέλος μιας πλευράς. Και αν τα τραγούδια δεν «έβγαιναν», υπήρχαν φορές, αν δε με γελά η μνήμη μου, που επαναλαμβανόταν ένα από αυτά στο τέλος της πλευράς (συνήθως η διαφαινόμενη επιτυχία), για να καλυφθεί το κενό.

Τις συσκευές αναπαραγωγής και εγγραφής τις λέγανε τα πρώτα χρόνια μαγνητόφωνα (σαν τα μπομπινόφωνα που έπαιζαν τις μεγάλες στρογγυλές μαγνητοταινίες ήχου) και τις ταινίες ενίοτε «κορδέλες»… Σιγά-σιγά επικράτησε η λέξη «κασετόφωνο». Τα κασετόφωνα ποικίλα και εξελισσόμενα με τα χρόνια. Για το σπίτι, ενσωματωμένα σε μεγάλα στερεοφωνικά ή ανεξάρτητα, μονά στην αρχή ή διπλά στη συνέχεια. Για το αυτοκίνητο με δυνατότητα αλλαγής για δυνατότερο ηχοσύστημα, αλλά και αφαίρεσης ολόκληρου του κασετόφωνου ή μόνο της πρόσοψής του αργότερα για αντικλεπτικούς λόγους. Αλλά και τα φορητά. Είτε μικρά μονά, όπως στην παρακάτω σκηνή από την Παριζιάνα του Γιάννη Δαλιανίδη (1969), είτε μεγαλύτερα μονά ή διπλά με μεγάλα ηχεία, είτε τέλος πολύ μικρά μονά, τα περίφημα “walkman”.

Η καλύτερη εποχή των κασετών ξεκινούσε από την προπασχαλινή περίοδο μέχρι και το καλοκαίρι. Πρέπει ωστόσο να διαχωρίσουμε τις κασέτες εταιρείας από τις γραμμένες. Η τιμή των πρώτων ήταν λίγο φθηνότερη από το αντίστοιχο βινύλιο και επειδή σχεδόν πάντα στις καλοκαιρινές ή τις πασχαλινές διακοπές υπήρχε μαζί κάποιο κασετόφωνο, η προτίμηση αγοράς τις συγκεκριμένες περιόδους έγερνε προς τις κασέτες. Αυτό φυσικά για ανθρώπους που ήθελαν να απολαμβάνουν τη μουσική οπουδήποτε και δε μάζευαν δίσκους. Γι’ αυτό και τους θυμάμαι πάντα στα μαγαζιά να ζητάνε «την τελευταία κασέτα του.. ή της…». Έχουν υπάρξει μάλιστα και περιπτώσεις τραγουδιστών που τα τραγούδια τους έβγαιναν κατευθείαν σε κασέτες. Για ποικίλους λόγους. Τα πέριξ της πλατείας Ομονοίας ήταν ο συνηθισμένος τόπος που έβρισκες πολλές από αυτές. Είτε από μικρές εταιρείες, είτε πειρατικές με ψευτο-εξώφυλλα που να παραπέμπουν σε επίσημη κυκλοφορία, αλλά στην πραγματικότητα να απέχουν πολύ από αυτήν.

Φυσικά πάντα το κύρος το συγκέντρωνε το βινύλιο. Στην κασέτα όμως μπορούσες να γράψεις πράγματα που δε μπορούσες να κρατήσεις αλλιώς και που δε θα κυκλοφορούσαν ποτέ σε δίσκους: εκπομπές από το ραδιόφωνο ή τον ήχο από ανάλογες τηλεοπτικές (το βίντεο ήρθε αργότερα), συνομιλίες με αγαπημένα πρόσωπα κ.α. Αν μείνουμε όμως στη μουσική, όσοι προτιμούσαν (και καλά έκαναν) τους δίσκους, συνήθιζαν να γράφουν τα αγαπημένα τους τραγούδια σε κασέτες για τους λόγους που αναφέραμε παραπάνω. Όταν το βινύλιο παραχώρησε τη θέση του στο cd, παρά τη διαφορά τους στην τιμή (το cd ακριβότερο τότε), οι κασέτες συνέχιζαν να υπάρχουν και μάλιστα οι εταιρείες είχαν φροντίσει ώστε η τιμή τους να είναι η μισή σχεδόν από του cd, ώστε να μπορέσουν να επιβιώσουν. Κι αυτό μέχρι την επικράτηση των γραμμένων cd που πήραν οριστικά τη θέση τους. Και λέω οριστικά, γιατί στο βινύλιο υπάρχει επιστροφή. Για τις κασέτες (ή τα εγγράψιμα cd, mini discs κλπ.) πολύ αμφιβάλλω.

κασετόφωνο

Οι γραμμένες κασέτες ωστόσο είχαν την πρωτοκαθεδρία. Με τι υλικό όμως; Αν στην παρέα υπήρχε φίλος που μάζευε βινύλια και υπήρχαν κοινά μουσικά γούστα αναλάμβανε την επιλογή. Αν όχι όμως; Τότε τη δουλειά την έκαναν τα δισκάδικα. Τα συνοικιακά κυρίως. Παράνομα και στα κρυφά. Με μεγάλη προσοχή τις μέρες που περνούσαν οι πλασιέ των εταιρειών που δειγμάτιζαν τις νέες κυκλοφορίες. Οι πιο πολλοί βέβαια ήξεραν ή καταλάβαιναν τι συμβαίνει. Αλλά σε εποχές που η δισκογραφία ήταν τόσο κερδοφόρα, ποιος θα κάτσει να ασχοληθεί με αυτά τα διαφυγόντα κέρδη; Όχι ότι ήταν λίγα ή ότι δεν υπήρχε κυνηγητό, αλλά ήταν δύσκολο να αποδειχθεί.

Όπως έχουμε ξαναγράψει παλιότερα, η τιμή ανέβαινε ανάλογα με τη διάρκεια της κασέτας, από τις 46άρες, στις 60άρες και τις 90άρες (οι 120άρες ποτέ δεν ήταν δημοφιλείς). Η τιμή επίσης διαφοροποιόταν αν οι γραμμένες κασέτες θα περιείχαν ολόκληρα άλμπουμ (οι 90άρες συνήθως χωρούσαν ένα σε κάθε πλευρά) ή αν θα γινόταν επιλογή των επιτυχιών της εποχής από τον πελάτη. Για τους πιο απαιτητικούς (έχω υπάρξει τέτοιος στα φοιτητικά μου χρόνια που το χαρτζιλίκι δεν επέτρεπε υπέρμετρες αγορές δίσκων), η επιλογή επεκτεινόταν σε διαφορετικά είδη και εποχές μουσικής και ως εκ τούτου το αντίστοιχο ψάξιμο γινόταν σε όλο το εμπόρευμα του δισκάδικου.

Υπήρχαν βέβαια και οι πελάτες που ζήταγαν «κασέτες με τις τελευταίες επιτυχίες». Γι’ αυτό και πολλά καταστήματα είχαν στοκ από έτοιμες επιλογές που τις έδειχναν με όλες τις δυνατές επιφυλάξεις, ειδικά αν δεν ήξεραν το πρόσωπο από προηγούμενη επίσκεψή του στο κατάστημα. Εδώ φυσικά άρχισε να τίθεται το εξής ζήτημα (ισχύει και για τις σπιτικές εγγραφές αυτό): τι γίνεται όταν μια επιλογή αρέσει σε περισσότερα άτομα; Άντε να βρεις 2 κασετόφωνα με line in και line out, να τα συνδέεις σε ενισχυτή για να ακούς από τα ηχεία (δε λέει να αντιγράφεις με ακουστικά) και να αρχίσεις τις αντιγραφές. Αν μιλάμε για αντιγραφές ολόκληρων κασετών, γιατί αλλιώς αν άρχιζαν οι επιλογές και η σειρά προτίμησης, ο χρόνος της ολοκλήρωσης της εγγραφής υπερέβαινε κατά πολύ τη διάρκεια της κάθε κασέτας.

Και μετά έμπαιναν στη μέση ζητήματα Dolby (B ή C), το ότι έπρεπε να τις γράψεις με Dolby αλλά να τις παίζεις χωρίς γιατί έτσι ακούγονταν πιο πριμαριστά (αν και στα πολύ καλά κασετόφωνα λέει τις γράφεις και τις παίζεις με Dolby), το ότι πάντα οι πρωτότυπες που γράφονταν απευθείας από τους δίσκους ακούγονταν λίγο καλύτερα κλπ κλπ. Ας μην περιγράψω την αγωνία όταν το κασετόφωνο «μασούσε» την ταινία και προσπαθούσαμε να την απεγκλωβίσουμε από τα pinch rollers (αν τα γράφω σωστά) χωρίς να κοπεί και να την ξανατυλίξουμε μετά χρησιμοποιώντας πάντα στυλό ή μολύβι με πολυγωνικό και όχι κυλινδρικό «κορμό», για να μπορεί να μπαίνει ανάμεσα στα δοντάκια της κασέτας και να τα κινεί περιστροφικά. Να σημειώσουμε εδώ πως αν δεν ήθελες να σβηστεί για οποιοδήποτε λόγο η κασέτα έπρεπε να σπάσεις τα 2 μικρά τετράγωνα ελάσματα(;) που βρίσκονταν στις 2 άκρες στο πάνω στενό μέρος του πλαστικού περιβλήματος της κασέτας. Αν αργότερα άλλαζες γνώμη, αρκούσε να γεμίσεις τα αντίστοιχα κενά με λίγο χαρτί, ή να τα καλύψεις με σελοτέιπ.

 95

Όταν βγήκαν τα διπλά κασετόφωνα με δυνατότητα διπλής ταχύτητας εγγραφής, τα περισσότερα από τα παραπάνω προβλήματα λύθηκαν, κυρίως αυτά που είχαν να κάνουν με την ποσότητα και λιγότερο με την ποιότητα. Κι έτσι πολλές παρέες γλύτωσαν τις παρεξηγήσεις και πολλοί «δισκάδες» (όπως λέγαμε τότε τους καταστηματάρχες δισκάδικων) προχώρησαν σε μαζική παραγωγή. Δε θα ξεχάσω τη μαρτυρία δισκοπώλη που μου είχε αναφέρει πως είχε αντιγράψει πάνω από 50 φορές τα Αποκριάτικα, το άλμπουμ με την επιμέλεια της Δόμνας Σαμίου. Όχι φυσικά ότι είχε πιάσει τον κόσμο μια ξαφνική διάθεση για επιστροφή στις ρίζες, αλλά περισσότερο για τις πάμπολλες αθυροστομίες που τα συγκεκριμένα παραδοσιακά τραγούδια έφεραν από τη φύση τους.

Τα χρόνια όμως πέρασαν και οι κασέτες έδωσαν τη θέση τους σε συσκευές και μέσα που χωράνε όσα τραγούδια περιείχαν δεκάδες από αυτές στο παρελθόν και ακόμα περισσότερα, σε συμπιεσμένη μορφή. Και το ωραίο είναι πως πολλοί από αυτούς που γκρινιάζαμε τότε για το αναπόφευκτο «φύσημα» της κεφαλής ανάγνωσης ή το dolby στην εγγραφή, έχουμε σήμερα βολευτεί με τη συμπίεση του mp3. Χωρίς να αρνούμαι την πρόοδο ή τις ευκολίες που παρέχει (καθώς είμαι από τους ανθρώπους που έχουν αποθηκευμένα δεκάδες τραγούδια στην παραπάνω μορφή - πολλά εκ των οποίων ίσως να μην έβρισκα ποτέ σε φυσικό προϊόν), δεν ξέρω αν η νοσταλγική μου διάθεση εστιάζεται στο συγκεκριμένο αντικείμενο ή σε όλη τη διαδικασία μέχρι την τελική του απόκτηση. Αυτό φυσικά έχει να κάνει και με τους δίσκους και όχι μόνο με τις κασέτες. Και κυρίως με τα τραγούδια που περιείχαν, χωρίς να εγείρω επί του παρόντος ζητήματα σπάνιων, δυσεύρετων ή συλλεκτικών εκδόσεων που το διαδίκτυο πια έχει εντελώς διαχωρίσει από το μουσικό τους περιεχόμενο.

Μιλάω δηλαδή για τη βαρύτητα που δίναμε στην έκφραση «το’ χω» και την περηφάνια που νιώθαμε όταν μιλούσαμε για ένα τραγούδι ή για ένα άλμπουμ που είχαμε σε κασέτα ή σε δίσκο (αν και για τους δίσκους υπεισέρχονται ξεχωριστές παράμετροι που προσδίδουν στη συλλογή διαφορετική γοητεία, ειδικά για τους μυημένους). Ίσως λοιπόν αυτή η κτητικότητα εμπεριείχε και τον τρόπο που έφτασε στα χέρια μας, τους ανθρώπους που μας έφεραν σε επαφή με το τραγούδι ή το άλμπουμ, τις συνθήκες που το πρωτοακούσαμε ή που μάθαμε γι’ αυτό και θελήσαμε να το κάνουμε δικό μας, την αναζήτησή του μέχρι την τελική του απόκτηση. Γιατί τότε ψάχναμε να βρούμε την αγαπημένη μας μουσική με τα πόδια στον έξω κόσμο και όχι με τα χέρια στον παρα-έξω, αλλά τελικά παρα-μέσα, κόσμο του διαδικτύου.

LOGIN