ΣΤΗΛΕΣ

Ένα κρεσέντο απ' το κουπλέ ως το ρεφρέν

Ένα κρεσέντο απ' το κουπλέ ως το ρεφρέν

Η Ζωή Παρασίδη υπερασπίζεται το δικαίωμά της στον Τόλη. 

 

Έχω την ατυχία τα γενέθλια μου να είναι 30 Αυγούστου. Και χαρακτηρίζω την ημερομηνία ατυχή γιατί ως παιδί ήθελα κι εγώ να μοιράσω αμφιβόλου αισθητικής χάρτινες προσκλήσεις της εποχής, να πάρω ζαχαρωτά με το κιλό και να τα μοιράσω στους συμμαθητές μου που θα παραβρεθούν, να χορέψω με το πρώτο μου σκίρτημα στην έδρα μου, από την προνομιακή θέση της εορτάζουσας.

Τίποτα από τα παραπάνω δεν συνέβη ποτέ. Όλοι έλειπαν στα χωριά τους εκείνη την περίοδο, μόνη μου παρέα λοιπόν ήταν οι γείτονες και μερικά παιδάκια από τη γειτονιά που όπως εγώ δεν είχαν σταθερό προορισμό διακοπών κάθε καλοκαίρι. Έτσι, το υποτιθέμενο παιδικό πάρτι κατέληγε πάντα (μα πάντα) σε μια ιδιότυπη ζουρ φιξ των μεγάλων, στην οποία το μουσικό χαλί δεν ήταν οι επιτυχίες της εποχής που άκουγα πηγαίνοντας στα σπίτια των συμμαθητών μου που είχαν γενέθλια εντός της σχολικής περιόδου.

Φανταστείτε λοιπόν ένα παιδί που παρακολουθεί μετά το σβήσιμο της τούρτας ανθρώπους να ακούνε τις «Βεργούλες» του Βαμβακάρη, το «Με παρέσυρε το ρέμα» του Τσιτσάνη, όλη τη ζωντανή ηχογράφηση από τις παραστάσεις της Ελευθερίας Αρβανιτάκη στον «Απόλλωνα», το «Πάντα γελαστοί» από Μητροπάνο, το «Πουκάμισο το θαλασσί» από Νταλάρα, Σωτηρία Μπέλλου στα «ροκ» της που θα έλεγε κι η ίδια.

Κάπου μέσα σε αυτό το κάπως ετερόκλητο μουσικό συναπάντημα, ακουγόταν κι ο Τόλης (ο Βοσκόπουλος, ένας είναι ο Τόλης). Το γεγονός ότι όλες του οι ερμηνείες έχουν ένα κρεσέντο που δεν περιορίζεται σε κάποια γέφυρα του κομματιού αλλά μοιράζεται από το κουπλέ μέχρι το ρεφρέν μου προκαλούσε πάντα εντύπωση, χωρίς φυσικά να ξέρω τι είναι το κρεσέντο ή να διαχωρίζω τα στάδια ενός κομματιού. Ήταν όμως μια φωνή που μου χαράχτηκε στη μνήμη μέχρι να την ξαναβρώ μπροστά μου.

a09fe25d1cc6be264c3226ef902ea070

Με τον Τόλη κάναμε ένα λογικό διάλειμμα στην εφηβεία μου, που κλείνοντας την πόρτα άκουγα ό,τι ήθελα. Δεν είχα σκεφτεί ποτέ να βάλω το «Μ΄ ανάστησες καρδιά μου», που τώρα μπορώ να σου το τραγουδήσω, σουρεάλ στίχο προς σουρεάλ στίχο.

Αλλά τα χρόνια πέρασαν και έπεσα πάλι πάνω του. Όταν αρχίσαμε να ζούμε τη φοιτητική φάση, όταν κάποια από τις τόσες παρέες που είχα εκείνα τα χρόνια έδιναν ραντεβού στα ρεμπετάδικα (κάπως κορδονόμουν ότι ξέρω απ’ έξω όλο το πρόγραμμα), τότε εκτίμησα αυτά τα γενέθλια που πέφτουν τέλος καλοκαιριού. Αλλά ακούγοντας εκείνα τα βράδια τα σχήματα να παίζουν, εγώ θυμόμουν τον Τόλη, μου έλειπε από το βράδυ, θα το εκτιμούσα αν έμπαινε το «Να 'μουνα Θεέ μου/ Θεέ μου σκαλοπάτι/ τα πόδια σου να με πατούν/ και του καθρέφτη/ καθρέφτη σου κομμάτι/ τα μάτια σου να με κοιτούν/ να λιώνω». Αυτό το «να λιώνω» το θεωρώ μία από τις πιο λαρτζ δηλώσεις καρδιάς.

Στην πορεία, κοντά στο πτυχίο -όταν αφήνεις τις μεγάλες φοιτητικές παρέες γιατί υπάρχει μια δυσκολία στο να βρείτε 20 άτομα χώρο σε μπαρ-  έκανα μια νέα φίλη. Μέσα στα καντάρια μουσικής που γνωρίζει σε σύγκριση με μένα, κάπου μέσα της υπήρχε ο Τόλης, είναι και μια δική της οικογενειακή αναφορά.

Αρχίσαμε να δουλεύουμε μαζί, όχι μόνο τη μέρα, σκεφτήκαμε να δοκιμάσουμε και τη νύχτα, να ενώσουμε τις ετερόκλητες μουσικές αναφορές στα «εναλλακτικά» μπαρ του κέντρου, σε βραδιές - πάρτι που θα κλείνουν αδιαπραγμάτευτα με Τόλη, ό,τι κι αν παίζει πριν, όσο κι αν δεν κολλάει. Και με συγκεκριμένο κομμάτι: Mε την πομπώδη μελωδία του «Αδέρφια μου, αλήτες, πουλιά», που πάντα αφήνουμε να παίξει μέχρι τέλους. Όταν πρωτοβρέθηκα στο γραφείο που είμαι μέχρι σήμερα δεν φορούσα ακουστικά παρά μόνο για να απομαγνητοφωνώ. Ένιωθα ότι πρέπει να είμαι σε μια μόνιμη εγρήγορση, πως η μουσική θα με απομάκρυνε από το περιβάλλον. Το ξεπέρασα και πλέον πολλές μου εργατοώρες περνάνε με Τόλη,  με την «Αγωνία» για το ότι «αγαπάει μία, μόνο μία».

Γιατί δεν καταλάβα ποτέ αυτή την οδηγία που θέλει κάποια τραγούδια να είναι «βαριά» για τη μέρα, αν απολαμβάνω το «Λάθος δρόμο πήραμε καρδιά» τρεις το μεσημέρι πάει κάτι λάθος; Αν ναι, ας είναι. Άσε που η αυτόματη αναπαραγωγή του YouTube μετά τον Τόλη περνάει σε Τζενάρα (Βάνου, μία είναι η Τζενάρα), που καλύτερο δεν έχω.

tolis

Άρχισα να πηγαίνω στον Αρχάγγελο, στο μπαρ-«σπίτι» του αγαπημένου μου Σωτήρη στον Βοτανικό που έχει έναν κανόνα: να μην υποκύπτει σε παραγγελιές. Στ’ αλήθεια ο Σωτήρης θέλει να επιθυμείς ένα κομμάτι, όχι να θεωρείς δεδομένο ότι θα μπει. Γι΄ αυτό και όταν περνάω την πόρτα του, αφού χαιρετηθούμε και βρω τη θέση μου, απλά του δηλώνω την επιθυμία μου για έναν Τόλη, «έναν Τόλη βρε Σωτήρη». Επιστρέφει στα cd του και μου βάζει το «Του χωρισμού η ώρα», αγαπημένο κομμάτι, πρώτο στην κατηγορία «Τραγούδια για να βιώσεις τα αδιέξοδα του έρωτα ακόμα κι αν σου πάνε όλα τέλεια».

Πρόσφατα βρέθηκα σε μια συζήτηση όπου κλήθηκα να υπερασπιστώ τον Τόλη, για την ακρίβεια να υπερασπιστώ το δικαίωμα μου στον Τόλη. Δεν διαφωνώ ότι υπήρξε η «φίρμα», ο «ελαφρύς», ότι τράφηκε από τα μπουζούκια μιας εποχής και μιας διασκέδασης που έτσι κι αλλιώς δεν θα ήθελα να έχω γνωρίσει. Κλήθηκα να απαντήσω στο αν πιστεύω πως σε λίγα χρόνια θα τον θυμόμαστε για την παρακαταθήκη του στην ελληνική μουσική, πράγμα που πραγματικά δεν με αφορά.

Με αφορά όμως η υπερβολή με την οποία έχει τραγουδήσει τις σχέσεις, απολαμβάνω να μιμούμαι την πρόζα του και να γελάει η Χαρούλα, θέλω να τον τραγουδάω δυνατά όταν εισακούει την επιθυμία μου ο Σωτήρης για έναν Τόλη, μ’ αρέσει να προσπαθώ να φτάσω τις ψηλές του και φυσικά να μην τα καταφέρνω.

Tώρα που μεγάλωσα, ο Τόλης κάπως απαλύνει τον καημό μου για το «νορμάλ» παιδικό πάρτι που ποτέ δεν κατάφερα να κάνω. Ίσως αν είχα γεννηθεί 30 Σεπτεμβρίου να μην είχα δώσει ποτέ σημασία στο «Σαν της γαρδένιας τον ανθό».

LOGIN