ΣΤΗΛΕΣ

Η ζωή μου με τον Μιχάλη Ρακιντζή

Η ζωή μου με τον Μιχάλη Ρακιντζή

ΥΠΑΡΧΕΙ ΤΟΠΟΣ ΚΑΙ ΓΙΑ ΣΕΝΑ

Η Χρύσα Γιαννοπούλου εξομολογείται στους αναγνώστες του SG. 

 

Όταν είδα πρώτη φορά τον Μιχάλη Ρακιντζή, πριν από μερικά χρόνια (στο Ghost, παρέα με τον Θάνο Καλλίρη, στην αρχή σχεδόν αυτής της στροβιλώδους αναβίωσης των '90s), η αδερφή μου του φώναξε την ώρα που περνούσε δίπλα μας για ν' ανεβεί στη σκηνή: «Μιχάλη, η αδερφή μου είναι η μεγαλύτερή σου φαν». Αυτός γύρισε, με κοίταξε, χαμογέλασε και σα να ψέλλισε «ευχαριστώ» και συνέχισε.

Ήθελα να τον δω απ' όταν ήμουν 7 χρονών. Τα κατάφερα λίγο πριν τα 30. Ευτυχώς, γιατί ήταν στη λίστα μου με τα πράγματα που ήθελα να έχω κάνει ως τότε.

Μεγαλωμένη στην επαρχία, δεν είχα ευκαιρία να τον πετύχω νωρίτερα. Ο μπαμπάς μας δε μας είχε αφήσει να πάμε στη συναυλία του Μιχάλη και της Σοφίας Αρβανίτη στο γήπεδο της Παναχαϊκής στις αρχές του '90, που άφησε εποχή στην Πάτρα, γιατί «θα είχε ναρκωτικά». Με την αδερφή μου το θυμόμαστε ακόμα.

Μετά χάθηκε. Μέχρι το comeback στο Ghost, όπου εμφανίστηκε ως φάντασμα από το παρελθόν.

rakintzis

Από εκείνη τη βραδιά τον ξαναείδα κάμποσες φορές. Στο Gagarin με τον wannabe κλώνο του τον 'Ελβιν, σ' ένα άκυρο «κλαμπ» κάπου στον Ταύρο όπου είχαμε πάει πάλι μαζί οι αδερφές Γιαννοπούλου και μια χούφτα από τα μέλη του φαν κλαμπ του, στη Disco Room στην Πάτρα με τη Σοφία Αρβανίτη (σκιά της συναυλίας που 'χα χάσει τότε), σ' ένα άλλο μαγαζί στην Πάτρα πάλι, τη Γιάφκα, μόλις πέρσι...

Δε θα πω ότι τις απήλαυσα όλες. Μερικές τις βρήκα σχεδόν καταθλιπτικές. Ο Μιχάλης να τραγουδάει σε 10 άτομα στο κλαμπ στον Ταύρο αλλά να φαίνεται πως νιώθει σα να τραγουδάει ακόμα στο κατάμεστο (ωραία, κλισέ λέξη) γήπεδο της Παναχαϊκής. Ο Μιχάλης και η Σοφία στη Disco Room με κακό, φτωχό playback κι από κάτω επαρχιώτες κοιλαράδες με πούρα, ρεζερβέ μπουκάλια και τις συνοδούς τους που δεν τις πείραζε το γεγονός ότι ήταν εκεί ως αναπόσπαστο κομμάτι του image των εν λόγω κυρίων. Και παραδίπλα πιτσιρικάδες ανακατεμένοι με σχεδόν 40άρηδες, οι οποίοι παρότι άκουγαν Ρακιντζή στα πρώτα νιάτα τους, είχαν πάει για το κακώς εννοούμενο cult του πράγματος.

Και πολύ στεναχωρέθηκα, γιατί παιδιά, εγώ ακόμα τον Μιχάλη τον ακούω όπως τότε. Ακούω το «Δαχτυλίδι» και δεν μπορώ να μην κλάψω σχεδόν κάθε φορά που λέει “κάνε πως μ' αγαπάς”. Ακούω το «Ολόκληρο φεγγάρι», το «Να εισ' εκεί», το «14 Φλεβάρη» (όταν γιόρταζαν οι άλλοι), το «Έτσι ξαφνικά», το «Άλλος ένας χειμώνας», το «Μη με εκδικείσαι», το «Πού είναι όλοι αυτοί;», το «Τι σου λείπει» και ακόμα συμπάσχω.

ρακιντζής πουφ

Μου αρέσουν και τα πιο χαριτωμένα του βέβαια: Το «Στριμμένο», το “Bon Voyage”, το «Τι τραβάω για σένα» και άλλα ατυχώς παραγνωρισμένα. 

Για να μην πούμε για τα τραγούδια που έγραψε για άλλους… Π.χ. το «Δεν πιστεύω» της Δήμου και το «Μη μου μιλάς για καλοκαίρια» της Σοφίας (νομίζω και στις δύο ΚΟΜΜΑΤΑΡΕΣ έχει γράψει και στίχους και μουσική).

Δε θα πω ότι οι δίσκοι που βγάζει απ' το 1998 και μετά (παρότι εξακολουθώ να παρακολουθώ έστω και από μεγαλύτερη απόσταση πια την πορεία του) με συγκινούν με οποιονδήποτε τρόπο. Το τελευταίο του τραγούδι που άκουσα και μου άρεσε είναι το «Σ' ένα κατάστρωμα» και είναι του ‘98, ωστόσο η θέση του στην καρδιά μου παραμένει αδιαπραγμάτευτη.

14202762 1212629015465762 8335350334094991586 n

Εννοείται πώς τρελαίνομαι για όλα του τα τραγούδια γνωστά και άγνωστα όμως –με μεγάλη δυσκολία- ξεχώρισα μερικά για τα οποία τον αγαπάω έτσι όπως τον αγαπάω:  

 

«Για το γιαούρτι θα ΄χουμε ομμμμπρέλεεεεςςς...»

Πρωτοάκουσα το «Μωρό μου φάλτσο» τη χρονιά που βγήκε. Στα 7 μου αδυνατούσα να καταλάβω τι εννοούσε ο παραπάνω στίχος και μου πήρε (πολύ) καιρό μέχρι να τα καταφέρω. Όταν το άκουγα μικρή, δεν αντιλαμβανόμουν -παρότι οι «μεγάλοι» προσπαθούσαν να μου εξηγήσουν- πως ο Μιχάλης εννοούσε ότι η φωνή της ηρωίδας του τραγουδιού ήταν για γιαούρτια κι ότι αυτός θα την προστάτευε ανοίγοντας ομπρέλες για να τα αποκρούει.

Εγώ φανταζόμουν τον Μιχάλη με το κορίτσι του να ξανασυναντιούνται μετά από χρόνια σε μια παραλία, να κάθονται και πάλι έξω από τη σκηνή τους σε κόκκινες σεζ λονγκ και στα χέρια τους να κρατάνε αυτά τα ψηλά ποτήρια που έβλεπα στα Μίκυ Μάους, γεμάτα παγωτό με κερασάκι στην κορφή που είχε ξεκινήσει να λιώνει. Μόνο που τα ποτήρια του Μιχάλη και του φάλτσου μωρού του έχουν γιαούρτι και για γαρνιτούρα αυτές τις χάρτινες ομπρελίτσες που βάζουν στα κοκτέιλ και που τις δεκαετίες '80 -΄90 δεν έλειπαν από καμία τούρτα γενεθλίων μου. Δηλαδή όταν ο Μιχάλης έλεγε: «Kαι θα ’ρθεις πάλι να με βρεις/ στην πλαζ εκεί στις κόκκινες καρέκλες/με φάλτσο να μου τραγουδάς/ για το γιαούρτι θα ’χουμε ομπρέλες», εμένα μόνο στο γιαούρτωμα δεν πήγαινε το μυαλό μου.

Απ' όλα τα ακαταλαβίστικα που είχε μέσα αυτό το τραγούδι («τραγούδια από Doors» – τι ν΄τούτο;, «φάλτσο», «Σι μπεμόλ ακόρντο» – καλά αυτό κι αν ήταν), το πώς του ήρθε να της πει ότι όταν ξαναβρεθούν μετά από χρόνια θα τρώνε γιαούρτι στολισμένο με ομπρέλες -όπως νόμιζα ότι εννοούσε-  μου ήταν το πιο ακαταλαβίστικο απ' όλα. 

Νομίζω το τι εννοούσε αυτός ο στίχος το έμαθα γύρω στην εφηβεία (μην πω και παραπάνω, όταν ήμουν φοιτήτρια) πάνω σε μια συζήτηση με τις αδερφές και τα ξαδέρφια μου που φυσικά είχαν ξεδιαλύνει το μυστήριο εδώ και καιρό. Δεν έχω λόγια να περιγράψω τη στιγμή που όλα έβγαζαν -επιτέλους!- νόημα. Παρόλ' αυτά όποτε ακούω το τραγούδι, ακόμα το φαντάζομαι όπως τότε. 

 

«Και είναι τόσο καλή η μικρή μου η Νανά...»

Η Νανά, στα 8 μου, ήταν η γυναίκα που ήμουν σχεδόν βέβαιη ότι θα γινόμουν «όταν μεγαλώσω». Τελικά τα κοινά μας εξαντλήθηκαν στο εξής τρίστιχο:  «ούτε έχει να φορέσει ρούχα ακριβά/ δεν έτυχε να έχει πλούσιο μπαμπά/ δε μένει στην Εκάλη ούτε καν στον Πειραιά». Και εντάξει, στο ότι μπορεί να μην είμαι τόσο καλή όσο «η μικρή του η Νανά», αλλά δεν είμαι και τόσο κακή.

 

«Τα δυο δοντάκια σου τα μπροστινά, δε με πειράζει που είναι στραβά»

Τα δικά μου δεν ήταν στραβά, ήταν όμως (και παραμένουν, αν και λιγότερο μετά τα σιδεράκια) πεταχτά. Και ήμουν όντως σαν κουνέλι. Και αυτό ήταν το πρώτο τραγούδι που μου αφιέρωσε ποτέ κανείς, υπό την έννοια ότι μου είπε ότι «να, για σένα λέει. Εσύ είσαι σαν κουνέλι». Αυτό έγινε ένα, Σάββατο νομίζω, βράδυ που ο ξάδερφός μου ο Χάρης, 10 χρόνια μεγαλύτερος από μένα και ραδιοφωνικός παραγωγός παρακαλώ στην Πάτρα (με καταλυτική επιρροή στα μουσικά βιώματα της παιδικής μου ηλικίας – μου 'φτιαχνε τα καλύτερα compilations σε κασέτες, κάποια απ' τα οποία έκαναν πάταγο στο πάρτυ μου για το τέλος του Δημοτικού), είχε έρθει σπίτι και βλέπαμε μια εκπομπή (δε θυμάμαι ποια) με ελληνικά βιντεοκλίπ στην ΕΡΤ. Δεν ξέρω αν τότε πρωτάκουσα το «Είσαι σαν κουνέλι» αλλά έτσι νομίζω, κρίνοντας από το πόσο έντονα το θυμάμαι. Επίσης, με τον στίχο «Άσ' τις πούδρες, τα καλλυντικά», νομίζω ότι αποφάσισα πως το βάψιμο δε θα ΄ταν ποτέ my thing (ίσως βέβαια επειδή άκουγα «ασ' τις μπούρδες, τα καλλυντικά»). «Ν’ αλλάξεις πρόσωπο μην προσπαθείς, στο είπα πως μ’ αρέσεις εξαρχής». Νow, that's my thing, Μιχάλη μου! 

 

«Ανατολίτη μ' είπε, Μωαμεθανό/ γιατί της είπα να μου βάλει νερόοοο/ A, νομίζω πως δεν πάμε καθόλου καλά!»

 Εδώ μιλάμε για τραγούδι-γροθιά στη σημερινή εκδοχή της πολιτικής ορθότητας.  Αν έβγαινε τώρα, θα 'ταν η παντιέρα αυτών που κρατάνε μικρό καλάθι στο #Metoo. (Για να μην πούμε τι θενα γινόταν με το «Προκαλείς»...) Και κάτι μου λέει πώς ο Μιχάλης της καρδιάς μου, από κάποιους θα κατηγορούνταν ίσως και για αναπαραγωγή στερεοτύπων με ρατσιστικές αποχρώσεις (βλ. Ανατολίτης, Μωαμεθανός). Μ' ένα σμπάρο, δυο τρυγόνια. 

«Νομίζω πως μου 'χεις κάνει πολλά/ και είναι αιτία αυτά, να μην τα πω, τα φεμινιστικά. /Δεν φτάνει που αράζεις όλη μέρα εσύ/ κι εμένα μ' έχεις στρώσει στη δουλειάααα». Κι όλ' αυτά «πάνω που είπα πως θ' αράξω μαζί σου/ μια και είναι δύσκολη χρονιά». Τόμπολα, Μιχάλη!

Νομίζω μάλιστα πώς το «Δεν πάμε καλά» (μαζί με το «Δε με νοιάζει» της Δήμου) λειτούργησε πιθανότατα ως το βάπτισμά μου του πυρός στον φεμινισμό. 

  

«Δεν τελειώνει μια αγάπη τόσο απλά, ας πούμε “γεια” προσωρινάααα...»

Αυτό το τραγούδι ευθύνεται ξεκάθαρα για την αδυναμία μου στους αιώνιους, αδιέξοδους έρωτες και στα τελευταία βράδια μαζί τους. Επίσης, από αυτό το τραγούδι έμαθα τη λέξη «προσωρινά». Κι ένα έχω να πω, Μιχάλη μου: Ουδέν μονιμότερον του ξέρεις ποιου...

  

«Μήπως έχει δει κάποιος την αγάπη μου, πόσο θα 'θελα να σ' έχω τώρα πλάι μου...»

Είναι τέλη Μαΐου του 1991. Η συμμαθήτριά μου, Ελένη Δ., κάνει πάρτυ στο σπίτι της για τη γιορτή της και για το τέλος της Ε' Δημοτικού. Το πάρτυ σιγά σιγά πεθαίνει κι όλα τα παιδιά είναι μαζεμένα στην κουζίνα αποτελειώνοντας τα Φοφίκο, τις τυροκροκέτες και τις κοκακόλες, τα περισσότερα μάλλον απογοητευμένα από τα άκαρπα φλερτ μιας ολόκληρης σχολικής χρονιάς και την τελευταία ελπίδα που έχασαν όταν πόνταραν σ' αυτό το πάρτυ.

Όλα εκτός από ένα (μαντέψτε ποιο) που έχει ξεμείνει στο σαλόνι. Έχει βάλει στο repeat το «Εγώ κι ο Πουφ» και χορεύει μόνο του, με τα μάτια κλειστά, τραγουδώντας δυνατά και εννοώντας κάθε λέξη. 

  

«Μη μου μιλάς για καλοκαίρια, για ακρογιαλιές και γι' αστέρια/ Πες μου μονάχα πώς κι εδώ το ίδιο μ' αγαπάς».

Είναι καλοκαίρι του '90. Είμαστε στο χωριό μας, το Κούμπερι Αχαΐας, με τις αδερφές και τα ξαδέρφια μου. Έχει πιάσει πάλι μία από αυτές τις κατακλυσμικές μπόρες που συνηθίζονται στα ορεινά. Στριμωχνόμαστε άρον άρον όλα μαζί στο κρεβάτι της γιαγιάς μας, πίσω από το τζάμι του παραθύρου, και περιμένουμε τα πρώτα αστραπόβροντα. Με το που πέφτουν, προσποιούμαστε πώς μόλις μπήκε η εισαγωγή του τραγουδιού (αν δείτε και το βίντεοκλίπ, με μια τέτοια καταιγίδα ξεκινά). Όταν σταματάνε αυτά, ξεκινάμε εμείς «Δε φταίω εγώ, δε φταις εσύυυυ, μπορεί να φταίει το νησίιιι». Το τραγουδάμε ως το τέλος χοροπηδώντας.

Μιχάλη, κι εδώ το ίδιο σ' αγαπώ.

  

LOGIN