ΣΤΗΛΕΣ

Μόνο μια φορά

Μόνο μια φορά

ΥΠΑΡΧΕΙ ΤΟΠΟΣ ΚΑΙ ΓΙΑ ΣΕΝΑ: Ο Θωμάς Ζάμπρας έμαθε κολύμπι και πώς λεν το γιαχαμπίμπι. 

 

Τα πρώτα μου μουσικά ακούσματα δεν είχαν ιδιαίτερα ελληνική υπογραφή. Τα ραδιόφωνα και τα κασετόφωνα των γονιών μου, όταν η συνείδηση μου ξεκίνησε να καταγράφει αναμνήσεις, θύμιζαν συλλογή compact disc club με 70’s-80’s-90’s ροκ επιτυχίες, κάνοντας ενίοτε στάσεις σε ποπ/ροκ και ραδιοφωνικές aorίλες. Η «δικιά» μου πρώτη κασέτα ήταν μια mix tape τέλη 90’sκαι αρχές 00’s, που έπρηξα την μάνα μου να μου φτιάξει στο μοναδικό τότε δισκάδικο των Τρικάλων. Δεν ντρέπομαι ιδιαίτερα να πω ότι ουσιαστικά ήταν το playlist του Μad tv, με highlights της εποχής που κυμαίνονταν από το “Oops!... I Did It Again” της Britney Spears μέχρι το “I Disappear” των Metallica.

Aν εξαιρέσεις τα σκόρπια πράγματα που άκουγα από σπόντα στο σπίτι (κυρίως Μπιθικώτση και Σαββόπουλο), η πρώτη μου προστριβή με ελληνική μουσική ήρθε με άλλο ένα mix tape. Ήταν μια 90ρα TDK που ο δημιουργός της την είχε ονομάσει αόριστα και εμφατικά «ΛΑΪΚΑ». Ακόμα και να προσπαθούσες πολύ, θα ήταν αδύνατο να βρεις πώς είχε καταλήξει αυτή η κασέτα στην κατοχή μου (πιθανότατα υποκινούμενη από ένα υπερφυσικό κισμέτ). Το μόνο που μπορούσες να διακρίνεις με μια πρόχειρη ματιά, είναι ότι η κασέτα είχε γράψει τα χιλιόμετρά της και ο δημιουργός της είχε προβλέψει χώρο για τα διαλυτικά, αλλά όχι για το τελευταίο «Α», που είχε ξεκάθαρα στριμωχτεί στην γωνία. Ένα δεύτερο πράγμα που παρατηρούσες με την πρώτη ακρόαση, είναι ότι ο δημιουργός της είχε φανεί γενναιόδωρος (ή ανακριβής αν θες να είσαι αυστηρός) με τον τίτλο «ΛΑΪΚΑ». Είχε στεγάσει κάτω από αυτή την επικεφαλίδα κομμάτια που ανήκαν τουλάχιστον σε τρία διαφορετικά είδη. Αν ήθελε να είναι πιο ασφαλής με τον τίτλο, θα μπορούσε να ονομάσει την κασέτα «ΕΛΛΗΝΙΚΑ» και να μην το ζει επικίνδυνα με τόσο συγκεκριμένα υποείδη. Θέλοντας να είμαι ειλικρινής, την στιγμή που πρωτοάκουσα την κασέτα δεν νομίζω ότι με πείραξε τόσο αυτό. Άλλωστε η εμμονή και ο ελιτισμός με τις μουσικές ταμπέλες είναι κάτι που θα μου ξυπνούσε αργότερα με τη μέταλ.

cassette tdk e1401627379273

Έβαλα την κασέτα μέσα, πάτησα rewind, έκανα ένα-δύο ακόμα πράγματα που-αν-τα-θυμάσαι-έζησες-φοβερή-παιδική-ηλικία και την άφησα να παίζει. Τα πρώτα 3-4 κομμάτια πέρασαν και δεν ακούμπησαν από τα αυτιά μου. Είχα αρχίσει να σκέφτομαι ότι παρόλο που δεν ξέρω καν τι είναι, μάλλον τα «ΛΑΪΚΑ» δεν είναι για μένα. Και τότε: αποκάλυψη. Είναι κάτι κομμάτια που από την πρώτη νότα τους σε ηλεκτρίζουν. Δεν είναι καν κάτι που μπορείς να περιγράψεις, είναι αυτή η αδιόρατη, ανείπωτη σύνδεση που αποκτάς με ένα καλλιτεχνικό δημιούργημα. Αυτό που άκουγα με έκανε να πιάσω το κουτί της κασέτας και να διαβάσω το χαρτάκι στο πίσω μέρος, το  οποίο ήταν το μοναδικό shazam που θα μπορούσα να έχω τότε. Ήταν κάτι στην φωνή αυτού του ανθρώπου και στον τρόπο που κρεσένταρε το ρεφραίν. Κάτι στην απλή και κολλητική μελωδία του τραγουδιού και κάτι στην περίεργη και μελαγχολική ατμόσφαιρά του. «5. Μόνο μια φορά- Κώστας Μακεδόνας». Κώστας Μακεδόνας. Ωραίο όνομα σκέφτηκα. Αρχοντικό. Πιθανότατα ψεύτικο, αλλά και πάλι η επιλογή ενός ωραίου ψευδώνυμου είναι δύσκολη και υποτιμημένη δουλειά. Μετά μου συνέβη κάτι που έμελλε να γίνει κακή συνήθειά μου. Το πρώτο κομμάτι που μου άρεσε πολύ, ήταν καταδικασμένο να είναι το τελευταίο κομμάτι που θα άκουγα στη συγκεκριμένη συλλογή.

Έτσι και εδώ. Το ένα repeat έφερε το άλλο και μάλιστα σε ένα μέσο που το repeat απαιτούσε από σένα κόπο και μια κατά προσέγγιση αίσθηση του πότε έκανες rewind ολόκληρο το κομμάτι. Κάθε repeat σου, έπρεπε να το δουλέψεις και έτσι μετρούσε παραπάνω. Ο Κώστας Μακεδόνας και το τραγούδι του με έκαναν να μην ολοκληρώσω ποτέ την κασέτα που ο δημιουργός της την ονόμασε αόριστα και εμφατικά «ΛΑΪΚΑ». Το «Μόνο μια φορά» θα μπορούσε να είναι σε οποιαδήποτε θέση στην κασέτα. Θα μπορούσε να είναι στο τέλος της. Σε ένα τέλος που μπορεί να μην έφτανα ποτέ, γιατί κάποιο άλλο τραγούδι ενός άλλου καλλιτέχνη με σταμάτησε νωρίτερα. Όμως ήταν το πέμπτο τραγούδι της κασέτας και η μπίλια έκατσε εκεί. Έτσι τα έφερε η ζωή. Αυτή η τυχαία περίσταση γέννησε τη σύντομη αλλά θυελλώδη εφηβική σχέση μου με την μουσική του Μακεδόνα. Από κάποιον δανείστηκα προσωρινά δύο δίσκους του (ακόμα τους έχω κάπου) οι οποίοι με την σειρά τους τροφοδότησαν δικά μου CD και κασέτες. Ακόμα και σε ένα CD με Μotorhead και Blind Guardian, χωρούσε ένας Μακεδόνας. Έτσι, για το σβήσιμο. Πριν ασχοληθώ σοβαρά στα φοιτητικά μου χρόνια με την ελληνική μουσική, είχα πάρει αυτό το άτυπο βάπτισμα του πυρός από ένα outsider. Πριν τον Ζαμπέτα, πριν την Σπυριδούλα, πριν τον Μητροπάνο, πριν τον Χατζιδάκι και πριν τον Μπιθικώτση, υπήρχε ο Μακεδόνας.

μακεδόνας ν

Και μετά κάπου χάθηκε στη λήθη της ύπαρξης. Δεν ξέρω καν τι έγινε. Το ξεπέρασα; Προχώρησα σε άλλα; Έγινε οτιδήποτε γίνεται με όλα τα τραγούδια και τους καλλιτέχνες που όταν τα βλέπεις κάπου λες «πωω, πόσα χρόνια έχω να ακούσω αυτό κομμάτι;». Πρέπει να είναι κοντά στα δέκα σκέφτηκα πρόχειρα, όταν κατέβασα το «Μόνο μια φορά» για να το περάσω στο mp3 μου. Μπήκε και έμεινε αρκετό καιρό στον πάγκο. Γιατί βλέπεις έπεσε θύμα μιας άλλης χρόνιας κακής συνήθειας μου: Φτιάχνω μεγάλες λίστες με παλιά και καινούρια τραγούδια που θέλω να τσεκάρω στο mp3 και καταλήγω να σκιπάρω αιώνια, ψάχνοντας τα 6-7 κομμάτια που έχω όρεξη εκείνη την περίοδο να ακούσω. Έτσι και ο Μακεδόνας έπεσε θύμα αυτής της τακτικής μου. Προς τιμήν του υπέφερε βουβά, περιμένοντας την ευκαιρία του. Μια αλλαγή ήταν το μόνο που χρειαζόταν. Και βρήκε την ευκαιρία του σε μια ποδαράτη επιστροφή προς το σπίτι. Βρίσκομαι Αθήνα πια. Καραβανάς φοιτητής. Αρκετά διαφορετικός, αλλά θέλω να πιστεύω πάλι εγώ, με έναν τρόπο.

Σκιπάρω με μανία τραγούδια μέχρι να φτάσω σε ένα που έχω όρεξη να καταναλώσω την δεδομένη στιγμή. Δεν ξέρω ποιο είναι αυτό. Θα ξέρω όταν το δω στην οθόνη. “Phantom of the Opera”-Iron Maiden . Σκιπ. “Can’t you hear me knocking?” - Rolling Stones. Σκιπ. “See you in my Nightmares” - Kanye West. Σκιπ. «Μόνο μια φορά»- Κώστας Μακεδόνας. Σκιπ. Ωπα. Μαλλον όχι. Θα το ακούσω. Αναιρώ το σκιπ μου. Το σάουντρακ της διαδρομής μου θα είναι Κώστας Μακεδόνας. Αφήνω το κινητό μου να γλιστρήσει στην τσέπη μου και ακούω. Από τους πρώτους έξι στίχους, με πιάνει ένα περίεργο σφίξιμο που δεν θυμάμαι να συνοδεύει το κομμάτι. Στην κορώνα του ρεφραίν νιώθω ότι θέλω να δακρύσω. Νιώθω σαν κάθε στιγμή να διογκώθηκε και να νοηματοδοτήθηκε από μια περίεργη σημαντικότητα. Ξαφνικά νιώθω επίπονα παρών και θλιμμένος. Αλλά τι συμβαίνει; Είναι το «Μόνο μια φορά». Ξέρω καλά αυτό τραγούδι, γιατί με έπιασε έτσι απροετοίμαστο; Και μετά κατάλαβα.

Μπορώ να νιώσω τους στίχους τώρα. Δεν είμαι πια δεκαπέντε. Δυο-τρεις φαληρημένοι έρωτες, άλλοι μικροί και άλλοι μεγάλοι, με είχαν εξοπλίσει με ένα επιπλέον επίπεδο ανάγνωσης των στίχων. Πλέον μπορώ να ταυτιστώ με το κομμάτι. Μέχρι τώρα έχανα ένα ολόκληρο σημαντικό μέρος της εμπειρίας του τραγουδιού. Και τι κρίμα! Η ερμηνεία του Μακεδόνα με έκανε πάντα να διαισθάνομαι τον πόνο και τη μελαγχολία που ήθελε να επικοινωνήσει το τραγούδι. Αλλά αυτή την φορά δεν χρειάζεται να τη διαισθάνομαι, την αισθάνομαι. Ξαναβάζω το κομμάτι από την αρχή και ακούω προσεκτικά τους στίχους. Στο πρώτο άκουσμα μοιάζουν άβολοι και cringy, αλλά δεν είναι. Είναι απλοί και μεγάλοι και βαρυσήμαντοι και αφελείς και ποζεράδικοι και άγαρμποι. Όπως ακριβώς είναι και οι έρωτες και οι προεκτάσεις τους που οι στίχοι περιγράφουν. Γιατί καμιά φορά οι έρωτες είναι «μες στον καθρέφτη η αγάπη μας, πώς πάει και λιγοστεύει» αλλά μερικές φορές είναι «έμαθα κολύμπι και πώς λεν το γιαχαμπίμπι» και όλα έχουν την δική τους ποίηση.

Κάπως έτσι, για δεύτερη φορά στη ζωή μου, βρέθηκα να παίζω σε επανάληψη και να συγκινούμαι με το «Μόνο μια φορά» του Κώστα Μακεδόνα. Αλλά αυτή τη φορά ήταν διαφορετικά. Ήμουν φορτωμένος με ένα νέο, βαθύτερο και πιο ικανοποιητικό πλαίσιο. Προχωρούσα προς το σπίτι και αναρωτιόμουν για πόσα ακόμα κομμάτια να ισχύει αυτό, καθώς έβαζα το ειρωνικά ονομασμένο «Μόνο μια φορά» να παίξει σε επανάληψη.

LOGIN