ΣΤΗΛΕΣ

Ανήσυχες μέρες με τον Σωκράτη Μάλαμα

Ανήσυχες μέρες με τον Σωκράτη Μάλαμα

O Aχιλλέας Ραζής χαζεύει στις βόλτες του και γράφει... 

 

Αν ήταν ακουαρέλα, θα ήταν σαν κι αυτήν εδώ: ένα τοπίο επαρχιακό, γκρίζο, υγρό με μυρωδιά ξύλου (Αndrew Wyeth, "Woodchopper", 1964). O Σωκράτης Μάλαμας, επηρεασμένος ίσως κι απ' τον ξυλοκόπο πατέρα του, δείχνει μια διάθεση σεβασμού για τα απλά υλικά, αρκείται σ’ αυτά για να φτιάξει τον στέρεο ήχο του και να στήσει τις ιστορίες του. Ο ήχος του δεν αλλάζει εύκολα, γιατί μάλλον δεν το χρειάζεται. Ίσως γι’ αυτό κινείται με τόση αυτάρκεια και στη μεγαλούπολη, ειδικά σε λιμάνια ή σε γωνίες πιο μοναχικές: σε μπαρ, μέσα σε αγορές, σε καφενεία. Κουβαλάει πάντα μαζί του τα λίγα αυτά στέρεα υλικά. Σ’ αυτό δεν μοιάζει καθόλου με τον Θανάση Παπακωνσταντίνου. Ο Θανάσης, αν και γνήσιο παιδί της υπαίθρου που παραμένει μάλιστα σ’ αυτή, θέλει κι άλλα, είναι πιο «εξωτικός». Βλέπει τα στάχυα στον κάμπο να παραμορφώνονται. Μια θεσσαλική ψυχεδέλεια θέλει να κάνει αυτός, όταν δεν σκέφτεται τον Satie στον Τύρναβο.  

Δεν θέλω να θίξω εδώ ευαίσθητα εθνικά θέματα, αλλά ο Μάλαμας νομίζω πως είναι γνήσιος εκπρόσωπος της «Μακεδονικής Σχολής Τραγουδοποιίας». Κλειστοί χώροι, εσωστρέφεια, μελαγχολία, εξομολογητική διάθεση. Ανατολίτης στη βάση του, έχοντας όμως και συγγένεια με τους πιο ιδιαίτερους δυτικούς singers-songwriters, τον Neil Young, τον Lou Reed. Λιτότητα στον ήχο, φωνή σαν τη χαμηλές χορδές του βιολοντσέλου. Τραγουδάει σαν τον Brassens αλλά αγαπάει και  «υποφέρει» σαν Τούρκος. Μπορεί ο ήχος του να είναι «βλοσυρός», ο ίδιος όμως δεν είναι καθόλου έτσι. Θα μου πείτε, πού το ξέρεις εσύ;  Θα σας πω λίγο παρακάτω.

Δεν ήμουν ποτέ στη ζωή μου αυτός που θα φώναζε στις συναυλίες «Σωκράτη κάνε μας χάλια!».  Είχα μια πιο ήπια σχέση με τη μουσική του. Τον πρωτοάκουσα ξαφνικά το ’94 στο ραδιόφωνο: 

«Αμπέλια και χρυσές ελιές/ μοιάζεις Ελλάδα μου όπως χθες/ φωτιά κι αέρας/ στο φως της μέρας».

Ήταν ό,τι είχα ανάγκη ν’ ακούσω εκείνη την περίοδο. Ήμουν 19. Μόλις είχα τελειώσει το Λύκειο, δεν ήξερα ακριβώς τι ήθελα να κάνω. Είχα κουραστεί απ τις απομιμήσεις των ’60s που κυριαρχούσαν τότε. Πολύς θόρυβος, πολύ Primal Scream και Nirvana και grunge rock. Υπήρχε μια κόπωση γενικότερα. Γύρευα κάτι που να μην εκτονώνει απλά την ένταση μου, αλλά να αγγίζει και την κρυμμένη της αιτία.  Ήταν η σωστή στιγμή για ν’ ακούσω κάτι πιο λιτό και κάτι πιο ουσιαστικό. Κι αν ήταν ελληνόφωνο αυτό, ακόμα καλύτερα. Υπήρχε μια βαθειά ανάγκη για unplugged, εκείνη την εποχή μάλιστα θα έπαιρνε παγκόσμιες διαστάσεις.

Ήθελα, παράλληλα, να έρθω σ’ επαφή με κάτι που να με παρηγορεί και να είναι πιο κοντά στις ρίζες της χώρας μου,  μιας κι είχαν βγει τότε πολύ ενδιαφέροντα πράγματα προς αυτή την κατεύθυνση. (Λίγο μετά, βέβαια, άρχισε αυτή η απαίσια μόδα με τα ψεύτικα τραγούδια με ούτια).  Κατέβηκα, λοιπόν, ένα πρωί στο Metropolis κι αγόρασα το Τhe times they are a-changin' του Dylan (απ τις απομιμήσεις προτίμησα τα κανονικά 60’s). Τη μέρα εκείνη το μάτι μου έπεσε και στον Κύκλο του Μάλαμα.

R 2870189 1410561485 3120.jpeg

Παρατήρησα το εξώφυλλο: Ένας σκεπτικός Έλληνας τριανταπεντάρης, με κοψιά προλετάριου μέσα σ’ ένα μηχανουργείο. Σίγουρα λιγότερο «ηρωικός» απ’ τον εικοσάρη Dylan του άλλου εξωφύλλου. ‘Ήμασταν στην Ελλάδα του ’94 και οι εποχές είχαν σίγουρα αλλάξει.

Και να που λίγα χρόνια αργότερα, το «εξώφυλλο» έτυχε να με καλωσορίζει περιμένοντας στη ρεσεψιόν ενός ξενοδοχείου της Θεσσαλονίκης λίγο πριν απ’ το soundcheck μιας συναυλίας: «Γεια χαρά, Σωκράτης». Απ τα 25 μου έως τα 30 μου, ακολουθούσα το Μάλαμα όπου κι αν πήγαινε: Σε υπαίθρια θεατράκια, σε παραλίες, σε πλατείες χωριών, σε επαρχιακά μπαρ και σε… αεροδρόμια. Ήμουν το «παιδί» του τότε γραφείου που του έκλεινε τις συναυλίες. Τον γνώρισα, έτσι,  με άλλο τρόπο, σε ατέλειωτες ώρες μετακίνησης από πόλη σε πόλη, σε καράβια, σε καφέ ξενοδοχείων, σε στιγμές κουρδίσματος ή σιωπής στα καμαρίνια. Δηλαδή τον γνώρισα «από μέσα». Με τον καιρό, εντάχθηκα πλήρως σ’ αυτό το ιδιότυπο «μπουλούκι» του οποίου αρχηγός ήταν αυτός. Τον θυμάμαι ακόμα μ’ αυτή τη μπάσα φωνή με το παχύ «λάμδα» και το «ρο» που σέρνεται, να είναι εκεί στη ρεσεψιόν, πρώτος απ’ όλους ή τουλάχιστον πολύ πριν από κάποιους αργοπορημένους μουσικούς του. Διηγούνταν πολύ ωραία και με πολύ πλούσια γλώσσα ιστορίες για τη φύση, για τα βότανα που δοκίμαζε στο βουνό, αλλά και για άλλα πιο μεταφυσικά. Όχι σαν διανοούμενος, αλλά με λόγια καθαρά και με τρόπο χειμαρρώδη. Του άρεσε πολύ να μας μαζεύει και να τον ακούμε. Μας έδινε συμβουλές για τα κορίτσια που μας ταιριάζουν και μετά τα διέλυε όλα μιμούμενος ατάκες από καλό 70’s γερμανικό πορνό, εμπειρία που αποκομίσθηκε απ’ τα χρόνια της εφηβείας του στη Στουτγάρδη, όπου ακολούθησε τους μετανάστες γονείς του.

Θυμάμαι επίσης όλως περιέργως και το λιτό, σχεδόν ασκητικό, διαιτολόγιο του. Ποτέ δεν έτρωγε μεγάλες ποσότητες, τσιμπούσε και μιλούσε πολύ. Ίδιο ήταν και το ντύσιμο του, πουκάμισο σκούρο τζην, ζώνη, παντελόνι τζήν και μαύρα μποτάκια. Μια φορά είχε κάνει μιαν αλλαγή και είχε έρθει με άσπρα σπορτέξ, αλλά δεν του πήγαιναν καθόλου, νομίζω το κατάλαβε αμέσως κι ο ίδιος. Μιαν άλλη φορά φορούσε πουκάμισο από ύφασμα κάνναβης.

Malamas 2000

Πιο πάνω μίλησα για «βλοσυρότητα» στον ήχο του. Έτσι ξεκινάει και τις μαραθώνιες συναυλίες του, δωρικός στην αρχή μέχρι να δέσει το πρόγραμμα. Στην πορεία λύνεται. Θυμάμαι να τον απολαμβάνω πραγματικά στις συναυλίες, όταν η νύχτα πια προχωρούσε. Τότε το άγχος που συνοδεύει το στήσιμο κάθε παράστασης σιγά σιγά υποχωρούσε και σταδιακά γινόμουν απλός ακροατής. Άκουγα κρυμμένος πίσω από κάτι ηχεία, κάθε στροφή απ τους στίχους και κάθε γύρισμα της μελωδίας. Απολάμβανα επίσης και τις πρόζες του στη σκηνή, τα πειράγματα στον μπουζουξή, τις γκριμάτσες του όταν γυρνούσε να κοιτάξει τον μπασίστα του. Μοιάζει σχεδόν πανκ εκείνες τις στιγμές.

Κοιτούσα τις τραγουδίστριες του ν’ ακολουθούν την ίδια σωκρατική μέθοδο: Ωραίες φωνές χωρίς τσαλίμια, κορίτσια καθημερινά, που μπορούσες να συναντήσεις σε μια στάση λεωφορείου, συμπεριφέρονταν ως το θηλυκό alter ego του, εντός κι εκτός πάλκου. Ο ίδιος τους έδινε χώρο στη σκηνή, για ν’ αναλάβουν αυτές το γυναικείο ρόλο των τραγουδιών του. Μετά συνέχιζαν να κάθονται δίπλα του, συνοδεύοντάς τον διακριτικά, σαν μια γυναικεία ηχώ, στις δικές του μπάσες συχνότητες. Μόνο ίσως η Μελίνα Κανά με τη δική της σαγηνευτική παρουσία στο πάλκο μπόρεσε, σαν αληθινή μάγισσα πλανεύτρα, να ξεφύγει απ’ τον κανόνα.

Παρατηρούσα, επίσης, το κοινό του. Ετερόκλητο. Πολλοί «λιωμένοι» πιτσιρικάδες να υψώνουν τα χέρια, στο ένα το κουτάκι μπύρας στο άλλο το στριφτό τσιγάρο, και να τραγουδούν με κλειστά τα μάτια. Άλλοι πάλι ήταν απ αλλού: νέο-αριστερίζοντες με γυαλιά, χοντρές τσιφτετελούδες ντυμένες στα μαύρα με χαλκάδες στον αφαλό, αγρότες με έντεχνες κοτσίδες, φοιτήτριες σαν Αρετούσες, ο Γρηγόρης Ψαριανός ή άλλοι αντίστοιχοι, κι ένας σκληρός και μεθυσμένος πυρήνας από fans που τον ακολουθούσαν στα βουνά και στα λαγκάδια. Όλοι αυτοί ενώνονταν με μια κοινή ανάγκη για ένα άγριο επαρχιώτικο γλέντι που λίγο απείχε απ τη μυσταγωγία.

Τα έβλεπα όλα αυτά, κι ένιωθα ότι δεν ήμουν εντελώς εκεί. Κάτι μ’ ενοχλούσε. Σαν να χανόταν ο Μάλαμας των κατ’ ιδίαν ακροάσεών μου μέσα σ’ όλο αυτό το πανηγύρι. Αλλά αυτό είναι προσωπική άποψη.

Για τα περί ζωγραφικής υποστήριζε πως ήταν «βλάχος», αλλά αυτό δεν είναι αλήθεια, έχω ακούσει απ’ τα χείλη του, εκεί που πίναμε καφέ, μια πολύ οξυδερκή κριτική για τη ζωγραφική του Van Gogh. Ποτέ μου δεν του έδειξα δικά μου έργα και μετανιώνω γι’ αυτό τώρα.

Θα κλείσω με το παρακάτω, που δείχνει ακριβώς πώς σκεφτόταν και πώς δούλευε:

Εάν εγώ ήμουν ζωγράφος, μου είχε πει μια φορά, θα έπαιρνα έναν καρπό, π.χ. ένα κουκουνάρι, και θα το πλησίαζα πολύ κοντά στα μάτια μου και θα ζωγράφιζα ό,τι βλέπω με λεπτά πινέλα με τόση λεπτομέρεια, ώστε στο τέλος το κουκουνάρι να μοιάζει με λαβύρινθο. Δεν ακολούθησα ακόμα τη συμβουλή του, αλλά την έχω πάντα στο μυαλό μου.

LOGIN