ΣΤΗΛΕΣ

Πρώην Μέταλλο

Πρώην Μέταλλο

ΛΟΞΗ ΜΑΤΙΑ: Ο Αχιλλέας Ραζής χαζεύει στις βόλτες του και γράφει. 

 

 

«Άλλαζε απόψεις, αλλά κράτα τις αρχές σου. Άλλαζε τα φύλλα, αλλά κράτα άθικτες τις ρίζες». - Βίκτωρ Ουγκώ.

Τον είδα σ’ ένα συνεργείο στην πόλη που ζω. Άνδρας, γύρω στα πενήντα τόσο, στρουμπουλός και μες τα γράσα. Είχε ανοίξει ένα αυτοκίνητο και το επισκεύαζε. Βρέθηκα εκεί μετά από δυόμισι μήνες περιορισμού στο σπίτι: τα μπρός και πίσω παράθυρα της δεξιάς πλευράς του Σκόντα δεν άνοιγαν. Ήταν, ουσιαστικά, η πρώτη μου έξοδος. Το μάτι μου, στερημένο από νέες εικόνες τόσον καιρό, ρουφούσε τώρα την παραμικρή λεπτομέρεια: Πίσω απ τον άνδρα, στο γκρι τοίχο, μια συλλεκτική αφίσα του κιτρινισμένου πια ημερολογίου της Pirelli του 1998: η Eva Herzikova έτρωγε γυμνόστηθη κι ευτυχής  τη μακαρονάδα της. Πιο δίπλα, μια άλλη, επίσης κιτρινισμένη αφίσα του βραζιλιάνικου metal σχήματος Sepultura. Οι παραπάνω εικόνες, πειστήρια κάποιου ζωηρού παρελθόντος που πέρασε ανεπιστρεπτί, ήταν κολλημένες στον τοίχο ξανά και ξανά, αυτό το μαρτυρούσαν τα διαφορετικής παλαιότητας σελοτέιπ, άλλα χωρίς κόλλα πια, άλλα πιο θαμπά. Απ’ την τζαμαρία του συνεργείου έμπαινε ένα χρυσό απογευματινό φως, έπεφτε λοξά στις αφίσες, σαν να τις εξάγνιζε, σαν να τα συγχωρούσε όλα. Φώτιζε αλλιώτικα και το πρόσωπο του μηχανικού αυτοκινήτων. Εκείνος, σαν να διάβασε τη σκέψη μου, μίλησε: «Κι εσύ πρώην μέταλλο;».

metal fan

Οι πρώην τείνουν να ξεπεράσουν τους νυν: Πρώην «εξεγερμένοι», πρώην «ροκάδες», πρώην «μέταλλα». Σαν τα μανιτάρια θ’ αρχίσουν, φοβάμαι, να ξεφυτρώνουν οι διάφοροι σύλλογοι από «πρώην». Το μόνο που θα  τους λείπει θα είναι μια συνταξούλα .

Μικρός, άκουγα αποκλειστικά «ξένα», αλλά δυσκολευόμουν πάντα ν’ ακούσω metal. Στο Γυμνάσιο, φίλοι με μαύρες μπλούζες Anthrax και Dio χτυπιόνταν δίπλα μου κι εγώ τους κοιτούσα αμήχανος μ’ ένα λοξό γελάκι. Δεν ξέρω τι ήταν αυτό που με δυσκόλευε. Ήταν αυτή η εμμονή, του black metal ειδικότερα, με τους αρχαίους θεούς του Βορρά; Μπορεί. Ήταν η υπερβολή σε όλες της τις εκφάνσεις; Ήταν η επιτήδευση στον ήχο και στην εμφάνιση; Ήταν ο εκκωφαντικός ήχος, η ένταση; Μα χωρίς τα παραπάνω στοιχεία -χαρακτηριστικά της συγκεκριμένης υποκουλτούρας– θα ήταν όλα μια ανώδυνη παιδική χαρά. Το πρόβλημα, μάλλον, ήμουν εγώ. Την δική μου άποψη περί ανούσιας έντασης, οι περισσότεροι στο σχολείο δεν τη συμμερίζονταν - και καλά έκαναν εδώ που τα λέμε. 

Στην εποχή  του Spotify μας περιβάλλει πληθώρα μουσικών λημμάτων κι αυτό έχει, τις πιο πολλές φορές, ως επακόλουθο τις επιπόλαιες ακροάσεις. Κανείς στην πραγματικότητα δεν ακούει έναν δίσκο ολόκληρο. Πού καιρός λοιπόν για μουσικές «φυλές» και οπαδιλίκια. Όσοι επιμένουν, εμπίπτουν στην κατηγορία του γραφικού. Απ’ την ιστοσελίδα αυτή δεν έχουμε διάθεση να κατηγορήσουμε κανένα, αντιθέτως προσπαθούμε να κατανοήσουμε τις προαναφερθείσες περιπτώσεις. Περισσότερο, μας ενδιαφέρει η «ελληνική ιδιαιτερότητα» του χαρακτήρα τους. Δηλαδή, το ότι κάποιος άκουγε metal ενώ ζούσε στη Χαλκίδα και όχι στο Ντιτρόιτ - και ό,τι αυτό συνεπάγεται για τη διαμόρφωση της προσωπικότητας του. Στην περίπτωση του μηχανικού αυτοκινήτων, η ρουτίνα, η βιοτική μέριμνα, τον έκαναν να ξεχάσει σιγά-σιγά τις «τρέλες» του παρελθόντος. Γνώρισε και μια κοπέλα, φίλη της γυναίκας του συνεταίρου του στο συνεργείο, μετά από λίγο καιρό την παντρεύτηκε κι έκανε μαζί της οικογένεια. Πάχυνε. Η αγάπη του για τη metal περιορίστηκε σε κάτι μεταμεσονύχτιες, σχεδόν ένοχες, θεάσεις βίντεο των Sepultura στο You Tube, όταν όλοι κοιμόνταν. Βράδυ καλοκαιριού στο μπαλκόνι, στο άσχημο διώροφο, με το μποξεράκι και τη σαγιονάρα. Να φανταστείτε ούτε τους Rotting Christ δεν ήξερε καλά-καλά. Κι ας είχε μεγαλώσει στην Αθήνα, στη Νέα Ιωνία, όπως αυτοί. Μετά, παράτησε κι αυτή του τη συνήθεια. Τώρα ο Οικονομόπουλος και ο Dalkas FM ήρθε κι αντικατέστησε τα μεταλικά riffs της νεότητάς του. Τον κόλλησε η γυναίκα του, που τα τραγουδάει αυτά όλη μέρα.

Δεν είναι όμως μόνο αυτό. Ίσως είναι επίσης το γεγονός ότι αυτά που κατά βάθος ήθελε η καρδιά του, στο σύγχρονο λαϊκό ηχόχρωμα του τραγουδιστή απ’ την Κάτω Αχαγιά, συντονίζονται καλυτέρα. Ίσως, δεν ξέρω.

P1050750

Τους άλλους απ’ το σχολείο, αυτούς με τις μαύρες μπλούζες, τους συναντώ ακόμα, σε μιαν άλλη ηλικία, σε στέκια διαδικτυακά κυρίως: οι τοίχοι τους γεμάτοι πια με τραγούδια έντεχνα, στο φόντο τους η γαλανόλευκη, το Εν τούτω Νίκα, ή ο Τσε. Το «πακέτο» ολοκληρώνουν γαμήλιες φωτογραφίες με ηλιοβασιλέματα πάνω σε κάτι βράχια, τα παιδιά τους σε αυτοκινητάκια και, πηγαίνοντας λίγο πιο πίσω, ξεχασμένα ΟΧΙ απ το ’15. Θάμπωσαν πια οι νεκροκεφαλές και οι σκανδιναβοί θεοί. Κι όμως ήταν παιδιά ορκισμένα για πάντα στους metal θεούς. Τώρα ακόμα, αισθάνονται ότι δεν πρόδωσαν τίποτα. Κρατούν ακόμα άθικτη τη ρίζα της οργής τους. Ακόμα και τώρα που μεγάλωσαν κι έχουν μια δουλίτσα, έχουν  δόσεις, υποχρεώσεις, γυναίκα και πεθερά. Μόνο που η οργή τους πλέον διοχετεύεται σε οργισμένες αναρτήσεις (με κεφαλαία γράμματα παρακαλώ!) και φυσικά στην συνωμοσιoλογία.

Απ’ τη μια λοιπόν ο «συμβιβασμένος» πρώην μεταλλάς, που μαραίνεται πλέον απ’ τον κάματο της βιοπάλης και ξεκουράζεται με λαϊκοπόπ (κι αυτό καθ’ υπόδειξιν, μάλιστα, της κομμώτριας γυναίκας του) κι απ’ την άλλη οι «ασυμβίβαστοι», που ναι μεν ζουν μια συμβατικότατη ζωή όπως οι περισσότεροι από ‘μας, αλλά αισθάνονται πως εκείνοι συνεχίζουν τον «αγώνα», με πάθος, με ένταση, αλλά σε άλλο γήπεδο.

Κι όμως, μη γελάτε καθόλου, ψηφίδες του εαυτού μας ενυπάρχουν στο πορτρέτο τους και ας μην το ξέρουμε. Ακόμη κι αν δεν υπήρξαμε ποτέ «πρώην μέταλλα». Επίσης το γεγονός ότι όλα αυτά εκτυλίσσονται κάτω από τον ήλιο της Μεσογείου, αντί πάνω σε κάποιο παγωμένο φιόρδ, τα καθιστά πιο ανθρώπινα και πιο τρωτά. Δείτε για παράδειγμα το black metal των εξαιρετικών Rotting Christ που προανέφερα: το σκοτάδι τους δεν είναι εντελώς σκοτάδι. Ακόμα και στις promo φωτογραφίες τους, πίσω απ’ το βλοσυρό, σκηνοθετημένο ύφος τους διακρίνεις ένα μειδίαμα. Βέβαια το γέλιο κόβεται εντελώς, όταν σκεφτόμαστε εκείνον τον ναζί -αυτή τη μοσχαροκεφαλή- το μπασίστα ενός  άλλου hardcore black metal συγκροτήματος, που τον κάναμε και βουλευτή στη Β' Αθηνών και τον πληρώναμε κι από πάνω.

Πίσω στο Γυμνάσιο πάλι για μια τελευταία ιστορία. Ήταν ένα ψιλόλιγνο παιδί με σπυριά, δυο-τρεις τάξεις μεγαλύτερο από μένα. Ένα κλασσικό «μέταλλο» με  καρφιά, χαίτη, στενό τζιν, όλα τα «σύνεργα» δηλαδή. Πέραν της εμφάνισής του, ήταν ένα παιδί ήσυχο, δεν προκαλούσε φασαρίες. Ήταν όμως, στα μάτια μας, ο ορισμός του ταμένου χεβιμεταλά - και γι’ αυτό είχε κερδίσει τον σεβασμό όλων μας. Πέρα απ’ τα «σύνεργα», την εμφάνιση, το βάδισμα, τα έφτιαχνε και μ’ αντίστοιχα κορίτσια. Όσα μάλιστα δεν ήταν απ’ την αρχή μεταλλούδες, τα έκανε αυτός στην πορεία. Μπορεί να χρησιμοποιούσε τη μέθοδο του προσηλυτισμού. Ως και τη μικρή του αδερφή είχε κάνει μεταλλού, ένα σοβαρό κορίτσι κατά τ’ άλλα, που μετά στο Λύκειο πήγε φουλ για Τρίτη δέσμη. Ο Τζιατζιάς λοιπόν, έτσι έλεγαν το παιδί αυτό, ξαφνικά ένα πρωί, από ορκισμένος μεταλλάς ήρθε στο σχολείο ροκαμπιλάς. Τι άλλαξε εν μια νυκτί; Όλοι γουρλώσαμε τα μάτια. Παρόλο που δεν ήμασταν «ομοϊδεάτες» του (για την ακρίβεια  δεν τολμούσαμε καν να τον πλησιάσουμε), αυτό που είχε κάνει ήταν για μας, τουλάχιστον, προδοσία. Τον θαυμάζαμε δηλαδή για το ακέραιο του χαρακτήρα του, που κώφευε ηθελημένα μπροστά στις σειρήνες των διαφόρων μουσικών ειδών, κι αυτό κατεδαφίστηκε απρόσμενα, μπροστά στα μάτια μας, εκείνο το πρωινό. Τελικά, τώρα που το ξανασκέφτομαι, αυτός, παρασυρμένος απ την φιλοπαίγμονα διάθεση και την ορμή της εφηβείας, περνούσε καλύτερα από ‘μας. Είχαμε άδικο που τον αποκαθηλώσαμε έτσι. Άλλαζε τις ροκ ιδεολογίες σαν τα πουκάμισα, αλλά το μέσα του, αυτό που αξίζει και μένει τελικά (και όνομα δεν έχει), παρέμενε άθικτο. Ήταν άκρως «καλλιτεχνικό» αυτό που είχε κάνει, εν αγνοία του, ο Τζιατζιάς. Άντε να το εξηγήσεις αυτό όμως στον δεκαπεντάχρονο εαυτό σου.

πρώην μέταλλο

Πέτρα που δεν κυλάει, χορταριάζει. Η προσκόλληση στο παρελθόν γεννάει μεγαλοϊδεάτες, νοσταλγούς και ψώνια. Η άρνηση του παρελθόντος γεννάει «προδότες». Το ελληνικό τραγούδι, για να επανέλθουμε, κλείνοντας, στα καθ’ ημάς, βρίθει τέτοιων «προδοσιών»: Κάτι πρόδωσε η Μπέλλου όταν ο Σαββόπουλος την έκανε να τραγουδάει «ποπ», κάτι πρόδωσε ο Χατζιδάκις το ’49 με τη διάλεξή του για το Ρεμπέτικο, το περιφρονημένο ακόμη τότε στ’ αυτιά των αστών. Κι  ο Θεοδωράκης  ή ο Μπιθικώτσης με τον Επιτάφιό τους, «προδοσία» δεν διέπραξαν; Αλλά μην περιοριστούμε στο μακρινό παρελθόν: Όταν ο Αγγελάκας κάθισε στην καρέκλα δίπλα στον Βελιώτη, όταν ο Νικήτας Κλιντ έφτιαξε τις Ρόδες, όταν η Μόνικα αγνόησε την ταμπέλα του «εναλλακτικού», μήπως δεν υπήρξε κόσμος που μίλησε για προδοσία;

Το σίγουρο είναι πως χωρίς αυτούς τους «προδότες» και τη γόνιμη κινητικότητά τους, θα ήμασταν ένας τεράστιος σύλλογος από «πρώην», όπου όλοι μαζί παρέα θ’ ατενίζαμε μελαγχολικοί και άεργοι το κενό… 

 

 

Η φράση με τον «ήλιο της Μεσογείου και το παγωμένο φιόρδ», είναι δανεισμένη από άρθρο της Μαρίας Παππά με τίτλο «Το πρόβλημα με το ελληνικό heavy metal», που δημοσιεύτηκε πρόσφατα στο lifo.gr.

LOGIN