ΣΤΗΛΕΣ

Σαν τον κουφό μες το δισκάδικο (ΜΕΡΟΣ Β’)

Σαν τον κουφό μες το δισκάδικο (ΜΕΡΟΣ Β’)

ΛΟΞΗ ΜΑΤΙΑ: Ο Αχιλλέας Ραζής κρίνει 30 δίσκους από το εξώφυλλο. 

 

 

Μετά το Α’ ΜΕΡΟΣ, που περιλάμβανε δίσκους των 60’s και 70’s, συνεχίζουμε από τα 80’s μέχρι το σήμερα. 

  

 

Mουσικές Ταξιαρχίες

Μουσικές Ταξιαρχίες - Μουσικές Ταξιαρχίες (1982)


Στο εσωτερικό ενός αθηναϊκού πορνείου των αρχών του ‘80 το «κορίτσι», που μόλις χωράει στο κρεβάτι, ποζάρει όλο ηδυπάθεια. Από πάνω της, αντί εικονίσματος, οι ηθικοί αυτουργοί του δίσκου, πέντε μακρυμάλληδες σε κάποιο πάρκο, κοιτούν ανέμελοι το φακό, όχι χωρίς κάποια πονηριά, ειδικά αυτός στο κέντρο, ο πιο χοντρούλης, ο πιο «σατανικός» με το γκρι παλτό.


Η ωραία ασπρόμαυρη φωτογραφία, κάνει πιο έντονο το ρεαλισμό της εικόνας.Το «θέμα» θα μπορούσε να τοποθετείται σε οποιαδήποτε πόλη του δυτικού κόσμου: σε μια λαϊκή γειτονιά της Νέας Υόρκης ή τoυ Δυτικού Βερολίνου. Ο τρόπος όμως που παρουσιάζεται, με τη σήμανση μάλιστα «ΔΙΣΚΟΣ ΑΚΑΤΑΛΛΗΛΟΣ ΓΙΑ ΑΝΗΛΙΚΟΥΣ ΚΑΘΕ ΗΛΙΚΙΑΣ», θα λειτούργησε μάλλον σκανδαλιστικά για τα μάτια ενός αγνού Έλληνα ακροατή του ‘82, μαθημένου μέχρι πρότινος σε συμφωνικά ορατόρια, καντάτες και συνηθισμένου στο να αποκρύπτει τις μικρές πιπεράτες χαρές της ζωής, όταν θα τον πρωτοείδε στη βιτρίνα του δισκάδικου. Όλη αυτή η ενέργεια, η συσσωρευμένη σε παράνομες ηχογραφημένες κασέτες και βιαστικά εκπεφρασμένη με «2 έργα ΣΕΞ» στα τσοντάδικα πέριξ της πλατείας Ομονοίας, έπρεπε να βγει επιτέλους στο Φως. Φαίνεται πως είχε έρθει η ώρα και γι’ αυτό. Εδώ δεν υπήρχε βέβαια μια «Βασίλισσα Ελισάβετ» για να βρίσει κανείς και να προκαλέσει, αρκούσε μόνο αυτή η εικόνα μιας ταπεινής ευτραφούς πουτάνας, για να ξεγυμνώσει τον συντηρητισμό και την υποκρισία των σοβαροφανών κάθε απόχρωσης: των παραδοσιακών δεξιών (αυτοί δεν καταλάβαιναν ποτέ έτσι κι αλλιώς) και κυρίως της εξ αριστερών «προοδευτικής» νεολαίας της ντουντούκας με την ξύλινη γλώσσα, που ήταν ακόμα πολύ στα πάνω της τότε.


Βάζοντας τ’ ακουστικά στ’ αυτιά, κάποιος θα περίμενε ν’ ακούσει, τουλάχιστον, την ελληνική εκδοχή του Freak Out!, πειραματικούς σαρκαστικούς θορύβους φύρδην μίγδην. Στην πραγματικότητα όμως θ’ ακούσει ολοκληρωμένες ιστορίες μιας νέας ευαισθησίας, ερμηνευμένες από μια καταπληκτικά δεμένη μπάντα και έναν ικανότατο περφόρμερ με μια πολύ ιδιαίτερη, αισθαντική φωνή. 

  

 

Οι Νταλίκες

Γ. Σαρρής, Χρ. Νικολόπουλος - Οι Νταλίκες (1983) 


Ένας σοβαρός άνδρας μ’ ένα πέτσινο μπουφάν, που ίσως αγόρασε σε κάποιο βιαστικό πέρασμά του απ’ τα ξένα, καπνίζει ένα τσιγάρο πριν συνεχίσει το ταξίδι του που θα διαρκέσει πολλά μερόνυχτα. Ένα τίμιο εξώφυλλο: ο άνδρας που πρωταγωνιστεί έχει ακριβώς τη μορφή του τραγουδιού του. Είναι ο τραγουδιστής Γιώργος Σαρρής, αδελφός της Χαρούλας Αλέξιου, που μας πείθει ότι είναι όντως επαγγελματίας οδηγός νταλίκας που πάει να ξεφορτώσει το εμπόρευμα του στις χώρες της βόρειας Ευρώπης. Απολυτή ταύτιση μορφής και περιεχομένου, λοιπόν. Η Εθνική Οδός θα είναι ο καμβάς που θα ζωγραφιστεί αυτός ο νέος τύπος λαϊκού Έλληνα του ’83 που, μέχρι τώρα, ο πόνος του, οι έρωτές του, οι ανησυχίες του, δεν είχαν «τραγουδηθεί» επαρκώς. Ο αμέσως προηγούμενος τύπος, ο πιο «ηρωικός» με τη μουστάκα και το κομπολόι βρήκε τη θέση του κάπως με τη μόδα του Νέο-Ρεμπέτικου κι έγινε περίπου του συρμού με την αναρρίχηση του ΠΑ.ΣΟ.Κ στην Εξουσία. Αυτός όμως; Παραμένει στο ημίφως. Μια φιγούρα αινιγματική και άφθαρτη, ακόμα τότε, που συνεχίζει αθόρυβα το ταξίδι στην Εθνική με τα φώτα νυσταγμένα και με μόνο ένα τρανζίστορ συντροφιά, χωρίς σταθερή στέγη προς το παρόν. 

  

 

Γαλάνη Κανονικά

Στ. Κραουνάκης, Λ. Νικολακοπούλου, Δ. Γαλάνη - Κανονικά (1984) 


Σ’ ένα αθηναϊκό διαμέρισμα με την μπαλκονόπορτα μισάνοιχτη, μια γυναίκα στα μαύρα (δεν το ξέρουμε, εικάζουμε, μιας και η εικόνα είναι μαυρόασπρη) κάθεται σε στάση ανάπαυσης σε μια καρέκλα που μοιάζει να είναι το μόνο έπιπλο στο δωμάτιο. Χαζεύει μια γάτα Αγκύρας. Άνθρωποι μόνοι με γάτες, δημοφιλές θέμα στα insta stories πλέον, αλλά τότε αληθινά καινούργιο, σε μια Ελλάδα που η «κανονικότητα» της ήταν τα μαζικά γλέντια και τα σπίτια τα επιπλωμένα απ’ τα 120 Ενωμένα Εργοστάσια. Για κατοικίδια ούτε λόγος τότε, όπως καταλαβαίνετε. Εδώ λοιπόν, αντιθέτως, σ’ ένα δυάρι, ίσως κάπου στα Εξάρχεια ή στη Νέα Σμύρνη, μια άλλη ζωή, πιο εναλλακτική, πιο μποέμ, που πήγαινε κόντρα στο αντι-μποέμ κλίμα που διαμορφώνονταν. Και φανταστείτε οι γιάπηδες δεν είχαν καταφθάσει ακόμα…


Σε μια άψογα ζυγισμένη φωτογραφική σύνθεση, με τις σκιές και τους ενδιάμεσους γκρι τόνους στη σωστή τους θέση, η Δήμητρα Γαλάνη ποζάρει εδώ σαν ροκ φιγούρα περασμένης δεκαετίας. Θα μπορούσε να είναι ο Syd Barrett του The Madcap Laughs. Ένα αληθινά πρωτοποριακό εξώφυλλο για τα ελληνικά δεδομένα. Κι ένα εξώφυλλο που γεννάει πολλαπλά ερωτήματα: Τι συμβολίζουν αυτά τα φθινοπωρινά φύλλα στο ξύλινο πάτωμα; Μήπως τη νεότητα που φεύγει; Μήπως το στίχο της Νικολακόπουλου απ το εναρκτήριο τραγούδι: «Ο κήπος ήτανε μοκέτα στου πέμπτου ορόφου το δυάρι»; Ποιός είναι ο αποστολέας του πακέτου με την κόκκινη κορδέλα; O Σταμάτης Κραουνάκης; Kαι τέλος τι συμβολίζει αυτή η αλλοπρόσαλλη γραμματοσειρά σε στυλ κόμικς στο «KANONIKA» του τίτλου; Μήπως αυτή τη νέα «κανονικότητα» με την οποία θα πορευτούμε από ‘δω και πέρα; Κάποιες απαντήσεις ίσως δοθούν ακούγοντας το δίσκο. 

  

 

Πάμε Για Τρέλες Στις Σευχέλλες

Πωλίνα - Πάμε Για Τρέλες Στις Σεϋχέλλες (1987) 


Σαν σε εξώφυλλο περιοδικού ποικίλης ύλης της εποχής εκείνης, ένα χαρούμενο κορίτσι με εμπριμέ πουκάμισο μας προτρέπει να Πάμε Για Τρέλες Στις Σεϋχέλλες. Το νησιωτικό κράτος του Ινδικού ωκεανού υποψιάζομαι ότι επελέγη τυχαία. Άλλωστε δεν είναι αυτό το μόνο πονηρό νησί για τρέλες. Ένα οποιοδήποτε εξωτικό μέρος θα ταίριαζε, αλλά δεν θα έκανε ρίμα με το «τρέλες». Υπάρχουν βέβαια και οι Βρυξέλες, αλλά οποιαδήποτε διάθεση για τρέλες σου κόβεται εκεί, στη μουντή Ευρωπαϊκή Πρωτεύουσα. Η «Χαβάη» ας πούμε, στο παρόμοιο θεματικά μεταγενέστερο τραγούδι της Πρωτοψάλτη, που ταιριάζει με το «μιλάει» και το «πάει», ήρθε ως φυσικό επακόλουθο της επόμενης εικοσαετίας που ο κόσμος άρχισε να μιλάει από παντού χάρη στο κινητό του και κυρίως να πηγαίνει παντού μ’ ευκολία χάρη στο διακοπο-δάνειό του. Τις Σεϋχέλλες όμως, του μακρινού ακόμα 1987, της Πωλίνας, αυτού του κοριτσιού με τη λίγο άγρια ομορφιά που μ’ άρεσε από μικρό αλλά πάντα με φόβιζε λίγο με την εξίσου άγρια ερμηνεία της, μας έφτανε μόνο να τις ονειρευόμαστε. Την ίδια περίοδο άρχιζε και η μόδα με τα Latin. Πρώτος ο Νταλάρας, όπως πάντα, ενέδωσε. Δεν είναι η μοναδική φορά αυτή που τ’ αυτιά και τα μάτια των Ελλήνων διψούσαν για λίγο Εξωτισμό. Σ’ έναν Εξωτισμό, παρόμοιο με αυτόν του ’87, παραδόθηκαν σαν ζαλισμένοι και οι παππούδες μας, εκεί γύρω στο ’50, με τα Τριο Καντσόνε και τις χαβάγιες, για να ξεχάσουν, φαίνεται, τη μιζέρια του πολέμου και του εμφυλίου. Το 1987 όμως τι θέλαμε ακριβώς να ξεχάσουμε; Το άγχος της πόλης; Τις συγκεντρώσεις και τις συζητήσεις τις πολιτικές; Μπορεί. Kατά βάθος όμως, νομίζω πως θέλαμε να ξεχάσουμε το βαρύ βαλκανικό εαυτό μας και ν’ ανοιχτούμε σ’ έναν άλλο πιο σύγχρονο, με εξωτικά πουκάμισα, με μια πιο ανάλαφρη διάθεση και με ξαφνικές διαφυγές απ’ την πεζή πραγματικότητα, έστω και για λίγο, σαν φαντασίωση. 

 

 

Οι Δακοκτόνοι

Χειμερινοί Κολυμβητές - Οι Δακοκτόνοι (1991) 


Μια παρέα μεσηλίκων, με τα γκρίζα μαλλιά τους, τα μούσια και τις φαλάκρες τους, βουτηγμένη κυριολεκτικά στη λάσπη. Στο κέντρο της σύνθεσης, διακρίνεται η παπαδιαμαντική φιγούρα του Αργύρη Μπακιρτζή, αυτού του Paolo Conte της Μακεδονικής Υπαίθρου και leader αυτής της ανθεκτικής στο χρόνο κολεκτίβας, που ζει και δημιουργεί κυρίως μεταξύ Θεσσαλονίκης, Καβάλας και Θάσου. Το σκηνικό του εξωφύλλου, δεν είναι άλλο απ’ το πηλοθεραπευτήριο Κρηνίδων, που βρίσκεται 17 χλμ. από την Καβάλα και 171χλμ. από τη Θεσσαλονίκη. Λασπόλουτρα δηλαδή. Το όλο κλίμα μoυ θυμίζει μια εικόνα στη μνήμη των Αγίων μεγάλων τεσσαράκοντα Μαρτύρων που είχα δει κάποτε σ’ ένα μικρό ξωκλήσι: Έδειχνε 40 άνδρες, τον έναν πάνω στον άλλον, βουτηγμένους σε μια μαύρη τρύπα. Εκείνους τους γύμνωσαν και τους έριξαν μέσα σε μαύρη παγωμένη λίμνη, προκειμένου να πεθάνουν από το κρύο. Εδώ, στη περίπτωση του εξωφύλλου μας οι άνδρες βουτούν οικειοθελώς στην ιαματική λασπώδη τρύπα. Το «θαύμα» είναι δίπλα σου, στο παρακείμενο χωριό, δεν χρειάζεται να ψάξεις σε μέρη «εξωτικά». Δεν χρειάζεσαι διαστημόπλοιο για να ξεφύγεις, μπορείς και με το ΚΤΕΛ. Όσο για τον τίτλο του δίσκου, «Οι Δακοκτόνοι», δεν θα βρεις κατάλληλο λήμμα στο λεξικό. Είναι οι εξολοθρευτές των εντόμων-δολοφόνων της ελιάς. Εικόνα δανεισμένη απ τα απρόοπτα της αγροτικής ζωής, αποκτάει αμέσως ποιητική χροιά εντασσόμενη στο μαγικό σύμπαν των Κολυμβητών. 

  

 

Συγγνώμη για την άμυνα

Θ. Μικρούτσικος, Κ. Τριπολίτης, Γ. Νταλάρας - Συγγνώμη Για Την Άμυνα (1992) 


Σ’ ένα γυμνό αγγελοπουλικό τοπίο, αριστερά και δεξιά δυο άντρες, ο συνθέτης και ο στιχουργός, με καπέλο και παλτό - κι ανάμεσα τους ένας ασκεπής, με μακριά μαλλιά και καπαρντίνα, ο Γιώργος Νταλάρας. Σαν να τον έχουν συλλάβει και να τον έχουν στήσει για εκτέλεση. Τι τους έκανε αλήθεια; Μήπως φταίει ο δίσκος που έβγαλε με τα latin; Απέναντί τους, μ’ ένα καλάσνικοφ (βρισκόμαστε στα 1992: ο πόλεμος στη Γιουγκοσλαβία μαινόταν, η ομόσπονδη χώρα διαλυόταν με τον πιο τραγικό τρόπο) μια γυμνή γυναίκα στη θέση του εκτελεστικού αποσπάσματος, σημαδεύει. Γιατί γυμνή; Τι κρύβεται πίσω απ το αινιγματικό εξώφυλλο; Αισθητικά μοιάζει πολύ με το Ancient Heart της Tanita Tikaram συνεχίζοντας τη μόδα του τέλους των 80’s και της αρχής των 90’s, με τα άψογα ασπρόμαυρα εξώφυλλα. Εννοιολογικά όμως, η εικόνα μας θέτει ερωτήματα, ιδίως εάν δεν έχουμε ακούσει ούτε μια νότα απ’ τα τραγούδια του δίσκου. Το ίδιο και ο κάπως βαρύγδουπος τίτλος. Διακρίνω μια πίκρα στην εικόνα και μια αίσθηση ματαιότητας. Μια, πρόσκαιρη έστω, αποδοχή της ήττας. Μιας ήττας όχι αληθινά τσακισμένης όμως, αλλά «σκηνοθετημένης» και με αρκετό ναρκισσισμό, θα προσέθετα. Όχι γονατισμένης, αλλά ποζάτης σαν τη στάση του σώματος του Νταλάρα στο εξώφυλλο. Ομοίως και ο τίτλος του άλμπουμ. 

  

 

Ευαισθησίες

Καίτη Γαρμπή - Ευαισθησίες (1997) 


Το μπλε κομπαλτ που χρησιμοποίησε σε γενναίες δόσεις στο artwork αυτού του εξωφύλλου ο γραφίστας Αντώνης Γλυκός προσδίδει στο πρόσωπο της τραγουδίστριας Καίτης Γαρμπή χαρακτήρα απόκοσμο, σχεδόν εξωγήινο. Δεν είναι η Καιτούλα που ξέραμε. Εδώ μοιάζει περισσότερο με «ρεπλίκα» ή με μια ελληνική λαικοποπ εκδοχή της Bjork, που τότε πια, και δίχως να χάσει ίχνος απ την «εναλλακτικότητά» της, είχε εδραιωθεί ως η πιο ενδιαφέρουσα γυναικεία φιγούρα της μουσικής των 90’s.
Το θρυλικό πλέον MTV, που ξεκίνησε να εκπέμπει στην Ελλάδα τον Οκτώβριο του ’88 και που μέχρι το 1996 είχε ολοκληρώσει τον κύκλο του, πριν μεταλλαχτεί οριστικά σ’ ένα ανιαρό κανάλι που δεν βλέπει κανείς, είχε προλάβει ν’ αλλάξει οριστικά τον τρόπο που ακούμε, που βλέπουμε, άλλα και κυρίως που λανσάρουμε τη μουσική. Η Madonna αρχικά, oι Spice Girls ή η Britney αργότερα, με τις χαμαιλεοντικές μεταμορφώσεις τους εισέβαλαν μέσω του καναλιού αυτού στις μικρές ταπεινές οθόνες εφηβικών δωματίων απ’ τα Πατήσια ως το Μπραχάμι. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα την οικειοποίηση, μέχρι εκεί που δεν παίρνει, ξένων ειδώλων της ποπ, στα μέτρα της κοινότητας, της γειτονιάς, της συνοικίας. Το λαϊκό κορίτσι της διπλανής πόρτας έλαμψε αλλιώς με άλλον αέρα, ξένο. Το σώμα συγχρονίστηκε με τα αντίστοιχα διεθνή. Μόνο το σώμα όμως. Η ψυχή διατήρησε τις Ευαισθησίες της. 

  

 

Η Απειλή

FF.C – Η Απειλή (1998) 


Το έγκλημα έχει πλέον συντελεστεί. Το χέρι κείτεται νεκρό . Δίπλα του το πειστήριο του εγκλήματος: ένα όπλο. Αυτοχειρία; Δολοφονία; Συμπλοκή; Ακόμα κι αυτός που πρώτος είδε τη φωτογραφία του εξωφύλλου, φαίνεται πως αιμορραγούσε ακόμα, καθώς την κρατούσε να τη δει. Έτσι ίσως εξηγείται η αιματηρή κηλίδα πάνω δεξιά στο κάδρο, πάνω απ’ το όνομα του συγκροτήματος FF.C . Σαν σεκάνς απ την ταινία Το Μίσος που το ‘χα δει τουλάχιστον πέντε-έξι φορές απανωτά και με κομμένη την ανάσα εκεί γύρω στο ’95. Η Αθήνα ως μεγαλούπολη που άλλαζε, άρχιζε να μοιάζει, στα μάτια πολλών εφήβων, με όλες τις μεγάλες μητροπόλεις της υφηλίου που εξεγείρονται, χαοτική και βίαιη. Ένα L.A. που βράζει ή το Παρίσι των υποβαθμισμένων προαστίων φαντάζονταν, ας πούμε, αυτά τα χιπ-χοπ παιδιά οι FF.C, σουλατσάροντας στα σκοτεινά σοκάκια της Αθήνας της δεκαετίας του ’90. Φυσικά, όπως όλοι την έχουμε πατήσει στο παρελθόν ή και συνεχίζουμε να την πατάμε, άλλο να θαυμάζεις κάτι πολύ και να νομίζεις πως απλώς θαυμάζοντας το έχεις γίνει σαν αυτό κι άλλο να κατορθώνεις τελικά να κάνεις κάτι εξίσου δυνατό. Έτσι λοιπόν, στην περίπτωση του εξωφύλλου, ενώ όλα έχουν το καδράρισμα που πρέπει, όλα έχουν τις σωστές δόσεις «σκοταδιού» και «οργής», το αποτέλεσμα είναι χλιαρό. Σαν μια εξέγερση, όχι αληθινή, εξέγερση που στήθηκε μέσα σε κάποιο στούντιο γραφιστικής στην καλύτερη περίπτωση. Ακόμα κι έτσι να είναι τα πράγματα, πάλι κάτι τους διέφυγε: Ωραίο το χέρι του νεκρού, ωραίο το «σιδερικό», ωραία και η πιτσιλιά αίματος, αλλά ο τίτλος «Απειλή» δεν είναι λίγο άκυρος; Αφού ό ,τι ήταν να γίνει έγινε - και μάλιστα με δραματική κατάληξη. 

  

 

Ένα Κρυμμένο Αχ

Παντελής Θαλασσινός - Ένα Κρυμμένο Αχ (1998) 


Ένα ανδρικό πρόσωπο με όψη Ινδιάνου, κοιτάζει με ήρεμη μελαγχολία τον τίτλο του δίσκου που μας αποκαλύπτεται με ωραία καλλιγραφικά γράμματα. Μια φυτομορφική σύνθεση, σαν βινιέτα πολύτιμου χειρόγραφου έρχεται να συμπληρώσει το κάδρο. Πολύ συχνά κατηγορούμε συλλήβδην το σύγχρονο έντεχνο τραγούδι για την τάση του, σε βαθμό υπερβολής, να στοχεύει στο θυμικό μας με τρόπο επιτηδευμένο , περιχαρακωμένο σε μια πολύ συγκεκριμένη αισθητική, χωρίς να εκφράζει τα αληθινά συναισθήματα. Ωραίοι στίχοι, ένα μείγμα λόγιας και δήθεν λαϊκής γλώσσας, αραχνοΰφαντες μελωδίες με κανονάκι ή ούτι, ωραίες εικόνες βγαλμένες απ μια ουτοπική Παράδοση, όπως τα αναπαλαιωμένα σεντούκια με τις λαϊκότροπες ζωγραφιές που πουλάνε στα είδη φολκλόρ. Ήταν μια μόδα που απλώθηκε σιγά-σιγά από τα τηλεοπτικά σήριαλ έως τα νεολαιίστικα στέκια. Μέχρι και οι ταμπέλες στα σουβλατζίδικα άλλαξαν κι απέκτησαν ονομασία με «έντεχνη» χροιά: Tο «Ψητοπωλείο Η Ήπειρος» έγινε ξαφνικά «Αγγέλων Γεύσεις». Δεν θέλω να είμαι σκληρός και άδικος, το 90’s έντεχνο και η αισθητική εξωφύλλων σαν το παραπάνο ήταν ίσως μια αντίδραση στον Γιαπισμό και τη βιασύνη της Ελλάδας του «Εκσυγχρονισμού». Και εν πάση περιπτώσει , όλο αυτό απέδωσε, με καλούς καλλιτέχνες, με καλά τραγούδια, λειτουργώντας ανανεωτικά για το ελληνικό τραγούδι. Αυτή η ενδοσκοπική αναπαλαιωτική τάση, απελευθέρωσε κάποια ένστικτα, που ήταν για δεκαετίες καταπλακωμένα. Ίσως αυτό το Κρυμμένο Αχ που μας φαίνεται λίγο αστείο σαν τίτλος δίσκου πλέον, να ήταν τελικά κάποιος βαθύς αναστεναγμός που βγήκε ξανά στην επιφάνεια, σαν ένα συγκινητικό εύρημα που ήταν για χρόνια θαμμένο μέσα στη γη.  

 

 

Τα δοκάρια στο γρασίδι

Πυξ-Λαξ - Τα Δοκάρια Στο Γρασίδι Περιμένουν Τα Παιδιά… (2001) 


Ένα προϊστορικό πάρκο, που παραπέμπει στο Stonehenge της νοτιοδυτικής Αγγλίας, με λευκά περιθώρια επάνω και κάτω, ήταν το εξώφυλλο που έβαλε τους Πυξ-Λαξ στον νέο αιώνα. Στην αυγή του 21ου, ήταν πια το απόλυτο εγχώριο supergroup έχοντας βγάλει ήδη αρκετούς επιτυχημένους δίσκους. Εάν αφηνόσουν στην εικόνα και μόνο του εντυπωσιακού, ειν’ η αλήθεια, εξώφυλλου, σε συνδυασμό με το μακρύ τίτλο του, θα φανταζόσουν ένα concept rock αριστούργημα επί το ελληνικότερο, με αργά μακρόσυρτα κομμάτια και ευφυείς ενορχηστρώσεις. Δεν είναι όμως οι Pink Floyd. Είναι μια παρέα λαϊκών κατά βάση παιδιών και μάλιστα κάπως πλακατζήδων, πιο κοντά στο μεθυσμένο μπουλούκι των ιρλανδών Pogues, που ξεκίνησε απ’ τα δυτικά προάστια της Αθήνας και που ίσως στα γυμνασιακά τους χρόνια να φαντασιώνονταν ότι είναι οι Pink Floyd, όπως τόσες άλλες παρέες. Και είναι πολύ υγιές αυτό, αν όντως γινόταν. Το πρόβλημα είναι ότι το 2001 , όλοι ήταν σε αρκετά ώριμη ηλικία πλέον, είχαν διανύσει αρκετά χιλιόμετρα μες την ελληνική μουσική πραγματικότητα, μέχρι και λαϊκά τραγούδια είχαν καταφέρει να γράψουν. Τι το ήθελαν, λοιπόν, το Stonehenge; Παραπέμπει σε εντελώς άλλες καταστάσεις. Είναι σαν να επιμένουν σε μιαν εφηβική ροκ εμμονή. Σαν να προσπαθούν μέσω αυτής ακόμα να επανεπιβεβαιωθούν, ενώ ως άνθρωποι στην πραγματικότητα, όλα αυτά, τα έχουν ξεπεράσει . Τι σύνδεση κάνει η εικόνα αυτή με τις μικρές ιστορίες των δυτικών προαστίων που τόσο πιστά και πετυχημένα αποτυπώνουν στον ήχο τους; Δείξε τα Τουρκοβούνια τουλάχιστον, ή μια ωραία φωτογραφία απ το Δημοτικό Στάδιο Περιστερίου, που ταιριάζει και με τον τίτλο. Και τέλος, προς τι αυτός ο φλύαρος, ψευτο-ποιητικός τίτλος; «Τα δοκάρια στο γρασίδι περιμένουν τα παιδιά». Έτσι μιλούσαν όταν μαζεύονταν στη συνοικιακή καφετέρια; Ας βάλω ν’ ακούσω το δίσκο μήπως εγώ δεν έχω καταλάβει καλά… 

  

 

Φτηνή Ποπ Κόρε Ύδρο

Kόρε. Υδρο. - Φτηνή Ποπ Για Την Ελίτ (2006) 


Σε μια λαϊκή πίστα ένας άνδρας ντυμένος με γυαλιστερό κουστούμι χορεύει ένα «αιματηρό» ζεϊμπέκικο. Γλέντι γάμου, χοροεσπερίδα; Εμένα μου θυμίζει bal masqué κάποιου Λυκείου, όπου ο καθηγητής της Φυσικής, μεθυσμένος, ξεσπάει και τα δίνει όλα προς το τέλος της βραδιάς. Γύρω του, μαθητές και κυρίως μαθήτριες, σαν ζωηρά μασκοφορεμένα βαμπίρ, λυκειόπαιδα που βρικολάκιασαν απ’ το πολύ αλκοόλ και το ξενύχτι, τον αποθεώνουν. Τον ραντίζουν με αίμα, αντί να του πετάνε γαρδένιες. Με δύναμη απ’ την Κέρκυρα. Ο Κωνσταντίνος Αμύγδαλος της θυγατρικής των Κόρε.Ύδρο. ομάδας «Ανούσια Ένταση», δίνει ρέστα εδώ και φτιάχνει ένα εμβληματικό εξώφυλλο, σε εποχές απαιτητικές που υποτίθεται πως όλα είχαν ειπωθεί και φωτογραφηθεί. Η ενέργεια που βγάζει αυτή η περίεργη χορευτική στάση του σώματος μου θυμίζει περιέργως αυτήν του Paul Simonon, που ξεσπάει σπάζοντας το μπάσο του στο εξώφυλλο του London Calling. Επίσης η ικανότητα του να προσδίδει κάποιος σε μια κοινή φωτογραφία γλεντιού άλλη υπόσταση, πιο «δραματική», με μια χροιά ποπ ειρωνείας, ενισχυμένης μάλιστα κι απ’ τον περίεργο τίτλο του δίσκου, μου θυμίζει τα θρυλικά εξώφυλλα των Smiths, επιλεγμένα απ’ τον ίδιο τον Morrissey. Και τέλος: εδώ το «αίμα» μοιάζει με αίμα, δεν χωράει καμία αμφιβολία, άσχετα εάν το στάξιμο προέρχεται από κόκκινο μελάνι. 

  

 

R 8506125 1464116481 9018.jpeg

Γιάννης Πλούταρχος - Προσωπικά Δεδομένα (2010) 


Ένα σύγχρονο αποστακτήριο, τόσο αστραφτερό που μοιάζει με εσωτερικό διαστημοπλοίου, χρησιμεύει ως background για να ποζάρει ένας νέος σενιαρισμένος άνδρας με γένια τεσσάρων, το πολύ, ημερών. Το βλέμμα του και ο τρόπος που στέκεται εκπέμπουν σιγουριά και αποφασιστικότητα , δυο στοιχεία που εξέλειπαν από μια χώρα που είχε ήδη μπει σε βαθειά και πολύπλευρη κρίση. Το σύγχρονο λαϊκό τραγούδι, ακόμα και σ’ εκείνους τους δύσκολους καιρούς ήταν ένα κάστρο που δεν είχε αλωθεί , έστεκε όρθιο, γραβατωμένο και σε θέση ετοιμότητας, σαν τον εικονιζόμενο. Βέβαια απέφευγε να εμβαθύνει στις καταστάσεις, γι αυτό ίσως κρατιόταν στον αφρό. Γι αυτό ίσως και ψυχαγωγούσε μόνο, χωρίς να πηγαίνει παραπέρα. Αλλά κι αυτό ίσως ήταν κάτι χρήσιμο. Οι εποχές είχαν αλλάξει, ακόμα και οι λαϊκοί τραγουδιστές είχαν πια το λουκ του αθλητή ή του στρατιωτικού, του τίμιου clean παλληκαριού που δεν εκφράζεται πολύ, δεν κάνει εξαλλοσύνες (ή έστω αν τις κάνει δεν είναι παρά μια νύχτα παραστρατήματος ή ένα «Τελευταίο Λάθος»). Τα τραγούδια γράφονται πια με όρους διαδικτύου, πάθη και καθημερινές ερωτικές ιστορίες κυκλοφορούν αποκλειστικά μέσα στο διαδίκτυο, γεννιούνται και πεθαίνουν μέσα εκεί. Στο παλιό λαϊκό νταλκά (αυτός δεν αλλάζει ό,τι κι αν γίνει) προστίθεται ένα νέο λεξιλόγιο, προερχόμενο απ’ το internet και πιο ειδικά απ’ το facebook, που αντικαθιστά ραγδαία τα τραπεζάκια του καφενείου και επιτρέπει στους Έλληνες να εκτονωθούν, άσχετα εάν αυτό γίνεται τις περισσότερες φορές με τρόπο κακοφορμισμένο. Ο τίτλος του δίσκου λοιπόν, «Προσωπικά Δεδομένα», ταιριάζει γάντι με τα ήθη αλλά και τις νευρώσεις της νέας εποχής. 

  

 

αυτο το πλοιο.jpeg

Παύλος Παυλίδης & The B-Movies ‎ - Αυτό Το Πλοίο Που Όλο Φτάνει (2010) 


Τα δάχτυλα κάποιου αγνώστου χτυπούν με λύσσα πάνω στα πλήκτρα μιας τεράστιας κατακίτρινης γραφομηχανής. Ακριβώς απέναντι και πολύ κοντά, ένα κορίτσι κρατάει το χαρτί, την ιδία στιγμή που με βία τυπώνονται οι πρώτες λέξεις. Το εμποδίζει; To βοηθάει; Ποιο είναι αυτό το πλοίο που όλο φτάνει;


Ένα μεγάλο ατού της Τέχνης, είναι ότι τα πολλαπλά ερωτήματα που θέτει δεν χρειάζονται ν’ απαντηθούν άμεσα και ούτε με όρους κυριολεξίας φυσικά. Εάν δίναμε στη Ζωγραφική τα χαρακτηριστικά μιας ανέμελης και λίγο ονειροπόλας κοπέλας, σαν αυτή που ζωγράφισε ο καλλιτέχνης στο εξώφυλλο του δίσκου και σαν αυτές που εντάσσει συχνά στα τραγούδια του ο Παυλίδης, τότε η φίλη της η Γραφιστική θα ήταν ένα άλλο κορίτσι. «Φιλότεχνο» μεν άλλα λίγο πιο ρηχό και πεζό, που μπορεί και να ζήλευε λίγο την ονειροπόλα φίλη της, αφού εκείνη και μόνο εκείνη έχει την ικανότητα ν’ απλώνει το μελάνι όταν δακρύζει και να ζωγραφίζει. Ο Παυλίδης, «ζωγράφος» κι αυτός των ήχων και των λέξεων, προτιμάει γι αυτό το λόγο τη Ζωγραφική και συνεχίζει, εν αγνοία του μάλλον, μια εγχώρια παράδοση σχεδόν 60 χρόνων, από τότε δηλαδή που εμφανίζονται στα δισκάδικα τα πρώτα εικαστικά εξώφυλλα του Μόραλη ή του Τσαρούχη σε δίσκους των Χατζιδάκι και Θεοδωράκη. Συνεπής λοιπόν στην παράδοση αυτή, αλλά και στην ολοένα αυξανόμενη σύγχρονη τάση του διεθνούς alternative για επιστροφή στις «χειροποίητες» αξίες, εμπιστεύεται γι’ αυτό το δίσκο τον εικαστικό Στέφανο Ρόκο. Υφολογικά, ο δυναμικός αυτός ζωγράφος, κινείται σε συγγενικά τοπία, η γραφή του έχει έντονο λυρισμό και διακυμάνσεις ανάλογες με αυτές του ηλεκτρικού ήχου. Ζουν και οι δυο σε κόσμους γεμάτους κτίρια που παραδίνονται στη βλάστηση, δωμάτια με τρύπες στο άπειρο, ξεχαρβαλωμένα μουσικά όργανα και θορυβώδεις κηλίδες ήχου ή χρώματος.

Στους κόσμους αυτούς πάντα πρωταγωνιστεί κάποιο κορίτσι, ή μέρη ενός κοριτσίστικου σώματος. Το κορίτσι- έμπνευση, που δεν αφήνει τους δυο δημιουργούς στην ησυχία τους. Εκείνη τους δίνει πρώτα το έναυσμα, τους φέρνει κύματα ηλεκτρικά στον περιβάλλοντα χώρο τους, έρχεται το βράδυ μέσα στο μικρό δωμάτιό τους και ανάβει τον προβολέα και μετά τους παίρνει το χαρτί απ τη γραφομηχανή κι εξαφανίζεται. Μήπως τελικά το κορίτσι αυτό είναι το πλοίο; Που όλο φτάνει ή όλο φεύγει; 

  

 

R 8763307 1468247491 6729.jpeg

Ν. Μποφίλιου, Θ. Καραμουρατίδης, Γ. Ευαγγελάτος – Βαβέλ (2016) 


Ένα αθηναϊκό πανόραμα με το λόφο του Λυκαβηττού να ξεχωρίζει σα νησί μέσα στη γκρίζα θάλασσα των πολυκατοικιών. Στον ουρανό και πίσω απ τις διάσπαρτες διακοσμητικές τελίτσες (που δεν προσθέτουν τίποτα κατά τη γνώμη μου στο εξώφυλλο), κάποια μελαγχολικά σύννεφα κι ένας χλωμός ήλιος που δύει (ή μήπως ανατέλλει; αυτό το αφήνω σ’ εσάς). Γράμματα από διαφορετικές αλφαβήτους συνθέτουν τον τίτλο «Βαβέλ», περνώντας ίσως ένα μήνυμα για την πολυπολιτισμικότητα (τι λέξη!) της Αθήνας. Το γιγάντιο προφίλ της νεαρής τραγουδίστριας εμφανίζεται σαν όραμα, μ’ ένα μαντήλι στο κεφάλι να χύνεται επιμελώς κρύβοντας τα μαλλιά της. Εμφανίζεται δηλαδή σαν προστάτιδα-πολιούχος των Αθηνών. Σαν οι πολίτες αυτής της κατακερματισμένης «Βαβέλ» να συντονίζονται με τη φωνή της κι έτσι οι όποιες αντιθέσεις να αμβλύνονται. Σα να ακούνε όλοι Μποφίλιου ξαφνικά: ο ταξιτζής, ο σπουδαστής, η πωλήτρια στο σούπερ μάρκετ, ο Ιβάν ο ηλεκτρολόγος και η Φατίμα η κομμώτρια της πλατείας Αμερικής. Στο Λίβανο, παλιά, όταν η Fayrouz τραγουδούσε, τα πάντα νέκρωναν, τα ψαλίδια στα κουρεία ακινητοποιούνταν, τα πιλάφια στα μαγειρεία κρύωναν στο πιάτο, ίσως και κρίσιμες πολιτικές διασκέψεις να πάγωναν για λίγο, κρέμονταν όλοι απ’ τα χείλη της. Αυτό σημαίνει «εθνική τραγουδίστρια». Εδώ δεν θα μπορούσε στ’ αλήθεια να γίνει αυτό, ειδικά στις μέρες μας, δεν είμαστε Λίβανος, ούτε η Νατάσσα είναι Fayrouz. Υποθετικά αν θα μπορούσε κάποια ελληνίδα τραγουδίστρια να το επιτύχει αυτό, θα ήταν η Αλεξίου στην πολύ δυνατή της περίοδο. Τα υπόλοιπα είναι τερτίπια του photoshop για να φτιάχνονται εντυπωσιακά εξώφυλλα. 

  

 

FY Superstar

FY - Superstar (2020) 


Ολίγον «καμένος» και ξαπλωμένος με υπερβολική σιγουριά και αυταρέσκεια σε έναν φουτουριστικό καναπέ στο χρώμα του κουφέτου, με έντονα αρώματα και σατέν και με όλα τα αξεσουάρ που επιβάλλει o gangsta κώδικας, ο νεαρός με το πλατινέ μαλλί μας κοιτάζει πίσω από αντιπαθητικά μαύρα γυαλιά. Ο άρτι ανακηρυχθείς «βασιλιάς» του τραπ απολαμβάνει τους καρπούς μιας χλιδής που του δόθηκε μέσα σ’ ένα χρόνο (άντε το πολύ δυο) , στον απόηχο μιας «κτηνώδους επιτυχίας» όπως γλαφυρά επισημαίνει ο Μ.Ηulot. Εμένα αυτό το εξώφυλλο με φοβίζει κάπως, δεν δείχνει όπλα, δεν δείχνει βία, αλλά υπάρχουν στο background. Δεν θέλω να παρεξηγηθώ, δεν λέω ότι ο άνθρωπος είναι «εγκληματίας» αλλά είμαι σίγουρος ότι αυτός ή οι «φίλοι» του θα χρησιμοποιήσουν βία εάν πεις κάτι που δεν τους αρέσει. Υπάρχει όμως και η άλλη οπτική, αυτή της «κατανόησης»: Για πολλούς ανθρώπους νεαρής ηλικίας o FY είναι τo νέο λαϊκό είδωλο. Ένας μετα-λαικός, μετα-σκυλάς, μετα-ράπερ της νέας δεκαετίας. Ένας λαϊκός τύπος που πλούτισε κι ενώ του έφταιγε η «κακούργα» κοινωνία, τώρα αποτελεί μέρος της «ελίτ» της. Κάπου το έχουμε ξανακούσει αυτό το τραγούδι. Όχι;

LOGIN