ΣΤΗΛΕΣ

Χρυσόψαρο Ανοιχτής Θάλασσας (ένα κείμενο για τη Nalyssa Green)

Χρυσόψαρο Ανοιχτής Θάλασσας (ένα κείμενο για τη Nalyssa Green)

ΛΟΞΗ ΜΑΤΙΑ: O Aχιλλέας Ραζής χαζεύει στις βόλτες του και γράφει. 

 

Παρασυρόμενος κι εγώ απ’ την τάση που μας πιάνει συχνά μπροστά στο YouTube να χαζεύουμε διάφορα, λίγο απ’ όλα, βιαστικά και επιπόλαια, χωρίς να στεκόμαστε κάπου συγκεκριμένα, προσπέρασα αρχικά, το τραγούδι–βιντεοκλίπ της Nalyssa Green «Πάλι Καλά». Είχα πάντως κουραστεί απ’ τα «περασμένα μεγαλεία», απ’ το να επιβεβαιώνομαι καθημερινά μέσω των εμμονών μου και ήθελα κάτι σχετικά καινούργιο. Κάτι που να έχει φτιαχτεί σε αυτούς τους περίεργα ζόρικους καιρούς, από τα υλικά του σήμερα. Στον καινούργιο ήχο τριγυρνούσα απελπισμένος, λοιπόν, όπως περίπου τραγουδάει ο Γιοκαρίνης, ψάχνοντας να κρατηθώ από κάτι, ξεχνώντας ωστόσο να σταθώ σ’ αυτό το διαμαντάκι.

Το «Πάλι Καλά» ανήκει στο δίσκο Μπλουμ που κυκλοφόρησε το φθινόπωρο του ’18. Εγώ το ανακάλυψα  κάπως καθυστερημένα (όμως τελικά κόλλησα), μόλις στις αρχές του πρόσφατου οικειοθελούς εγκλεισμού μου στο σπίτι. Το κλιπ, γυρισμένο απ’ τον πολυπράγμονα Αλέξανδρο Βούλγαρη, γνωστό και ως The Boy, δείχνει τη Nalyssa να απλώνει μπουγάδα σε μια ταράτσα, να καθαρίζει φρέσκα φασολάκια, να διασχίζει δρόμους, να στέκεται στο κρύο και να τρώει κάτι σαν πεϊνιρλί, να περιμένει το τρένο στον υπόγειο σταθμό, να φλυαρεί προσπαθώντας να ξεχάσει, σε μπαρ με φίλους. Κι όλα αυτά, σε γνώριμα μέρη, σε πεζοδρόμια που έχουμε κι εμείς περπατήσει, στο κέντρο της Αθήνας: Στη Xέϋδεν, στην Πατησίων, στην Κλαύθμωνος. Σε μια πόλη που, στα μάτια του σκηνοθέτη, μοιάζει πιο μελαγχολική και πιο στο ρελαντί απ’ ότι είναι στην πραγματικότητα - και περίεργα σιωπηλή επίσης: σαν κάποιος να έχει πατήσει το mute σε όλους τους καθημερινούς θορύβους που τη ζωντανεύουν. Η πρωταγωνίστρια πάλι, μοιάζει με κορίτσι–χαρακτήρα κάποιου ευρωπαϊκού κόμικ που περιδιαβαίνει θλιμμένο, με κατακόκκινα μαλλιά και λευκό δέρμα, τους δρόμους μιας γκρίζας πρωτεύουσας. Στο ελληνικό τραγούδι, η Αθήνα ως σκηνικό ποιητικό και σύγχρονο, έχει να αποδοθεί έτσι απ’ τις αρχές της δεκαετίας του ‘90, τότε που οι Στέρεο Νόβα, αυτοί οι Pet Shop Boys του Λεκανοπεδίου που έκαναν ηλεκτρονική μουσική με το μυαλό στο Νίκο Αλέξη Ασλάνογλου, διέσχιζαν βράδυ με καπελάκια την άδεια Βαρβάκειο αγορά. Άσχετα αν όλο αυτό, έγινε μετά κυρίαρχο στυλ μιας ασαφούς urban αισθητικής στα έντυπα. 

Είμαι σίγουρος πως η Nalyssa Green θα έχει βαρεθεί να την περιγράφουν διάφοροι τύποι με λογοτεχνικά και άλλα απωθημένα, σκαλίζοντας παράλληλα τη μύτη τους, γι’ αυτό κι εγώ δε θα συνεχίσω τώρα τα μελιστάλαχτα τύπου “ξωτικό του ελληνόφωνου indie” κλπ.

Το «Πάλι Καλά» είναι τραγούδι πρόσφατης απώλειας. Εκείνος είναι συνεχώς εκεί, ενώ έχει φύγει. To πιάνο χτυπά σχεδόν πένθιμα. Η Nalyssa Green ακούγεται ως μια νέα γυναίκα που έχει αφήσει απότομα πίσω της την ανέφελη ποπ (άλλο κλισέ αυτό) και περνάει μια περίοδο  θλίψης. Μια θλίψη όμως γόνιμη, που δεν αφήνεται σ’ έναν εύκολο ναρκισσισμό. Ο έρωτας γι αυτήν είναι «αρρώστια», που την ταλαιπωρεί πέρα από προκαθορισμένα χρονοδιαγράμματα. Καθημερινές μονότονες κινήσεις εντάσσονται στο κομμάτι εν είδει ημερολογίου, σαν ακόμα να δίνει αναφορά σε αυτόν που θέλει να ξεχάσει. Σχεδόν αυτοματοποιημένα τις εκτελεί: τρώει μηχανικά ή ξεχνάει να φάει κι όλο αδυνατίζει, όπως λέει, βγαίνει με φίλους στα μπαρ για να μη θυμάται, αλλά αποσπάται. Η φωνή της, παρότι κοριτσίστικη, εκφέρει τα λόγια πολύ στα σοβαρά, καθαρά και ολοστρόγγυλα. Και με έλλειψη προσποίησης και στόμφου. Μάλιστα ακούγεται σα να ανοιγοκλείνει πίσω της τις πόρτες, σαν να δραπετεύει απ τους –όλο αναμνήσεις, γαμωσμάρτ και βουητά– δρόμους της πόλης και να κλείνεται πάλι στο καταφύγιό της.  

Αυτό όμως που με συγκινεί πιο πολύ στο τραγούδι είναι η στροφή «πάλι καλά που ακόμα δε σε ξέρω». Ξαφνικά κάτι γίνεται, σα να διακόπτεται η γραμμική ροή του τραγουδιού και να σκάει στη μελωδία ένα γύρισμα ρεμπέτικο. Σαν η θλίψη της να συναντάει την παλιά πηγή του ελληνικού τραγουδιού. Και να βρίσκει εκεί παρηγοριά. Αρχικά, στο κουπλέ συμπορεύεται αισθητικά με τη συνομήλικη ομότεχνή της Julia Holter και μετά καταλήγει στην αγκαλιά του Τσιτσάνη. Είναι ένα λαϊκό τραγούδι στην ουσία του και καθόλου στην επιφάνεια του. Το ρεφρέν το σκέφτομαι μάλιστα να το τραγουδάει κάποιος λαϊκός τραγουδιστής στο τέλος του προγράμματος:  «και τώρα ας πούμε κάτι διαφορετικό».

Σίγουρα τη βλέπεις από χιλιάδες οπτικές, από ψηλά από μέσα. Τη φαντάζεσαι να  έχει μεγαλώσει μέσα σ’ ένα στοιχειωμένο πύργο κάπου στη Σκωτία κι όχι στον Πειραιά, ή καλύτερα στη Νίκαια όπου πραγματικά μεγάλωσε. Σου είναι αδύνατον να τη φανταστείς να  συγχρωτίζεται με συνωμοσιολόγους, να τρώει κοψίδια ή να στριμώχνεται στα τρόλεϊ με ιδρωμένους συνεπιβάτες. Την παρατηρώ, πάλι στο ΥouΤube, στην τεχνητή μεσογειακή ύπαιθρο του Νιάρχος, δίπλα στις ελιές και με φόντο το Σαρωνικό με τα φορτηγά πλοία, να παίζει το «Αιγάλεω». Η μελωδία μου θυμίζει McCartney. Σα να διστάζει να πατήσει τα πλήκτρα, τα δάχτυλά της τρέμουν λίγο. Σεμνότητα; Ή μήπως το τρακ που σε πιάνει όταν συνειδητοποιείς ότι αυτό που κάνεις αγγίζει περισσότερους απ’ όσους νομίζεις;

Nalyssa Green

Η κατά κόσμον Βιολέτα Σαραφιανού (πολύ ωραίο και εύηχο όνομα κι αυτό) είναι και ηθοποιός, και πρώην βολεϊμπολίστρια, αγωνιζόμενη μάλιστα για τον Α.Ο.Φ. Πορφύρας. Πιθανόν εκεί, καθισμένη σε μια γωνιά με το discman, ανάμεσα στις προπονήσεις, να μουρμούριζε τον στίχο-δέηση του Thom Yorke: “Rain down, rain down/ Come on, rain down on me”. Άρχισε να τραγουδάει πρώτα με αγγλικό στίχο, περισσότερο γιατί «σε βοηθάει να κρύβεσαι», όπως λέει η ίδια.

Ο εθνικός μας τραγουδοποιός- μη λέμε ονόματα τώρα- που αυτός, πρώτος και καλύτερος, καλλιέργησε όσο δεν πάει το μεταπολεμικό τραγούδι των πόλεων στην πιο προσωπική, εξομολογητική τάση του, χαρακτήρισε κάποτε μάλλον αυστηρά τα παιδιά που τραγουδάνε στ αγγλικά «χρυσόψαρα στη γυάλα». Εννοούσε, προφανώς, τον εκφραστικό αυτοπεριορισμό τους, επιμελώς κρυμμένο πίσω από μια ξένη γλώσσα. Τα «παιδιά», κατ’ αυτόν, επέλεξαν συνειδητά να κολυμπάνε σε ρηχά γλυκά νερά.  

Να όμως που μεγαλώνοντας, άλλαξαν. Αν είσαι κάπως παρατηρητικός, θα το δεις. Η Μόνικα τραγουδάει ελληνικά στο Ηρώδειο, ο Βασιλικός θεωρείται πλέον ερμηνευτής κλασσικών (και ελληνικών) επιτυχιών, ο Τhe Boy αναζητά τόσο στη μουσική όσο και στις ταινίες του την ελληνικότητα, όπως αυτός την αντιλαμβάνεται.

Η Nalyssa Green πάλι, δεν θέλει πια να κρύβεται, ούτε πίσω από αγγλικούς στίχους, ούτε πίσω από στιλ. Είναι κι αυτή ένα χρυσόψαρο που όμως έσπασε τη γυάλα και ανοίχτηκε στη μεγάλη θάλασσα. Κι εκεί βρήκε επιτέλους να επιπλέουν κοντά της, όλα τα φαινομενικά ανόμοια πράγματα: ελληνικά και ξένα. Και νιώθει μια μικρή χαρά γι’ αυτό.  Άλλωστε είναι πολύ μικρότερη απ’ όσο νομίζει η απόσταση ανάμεσα σ’ εκείνη, την Αρλέτα και τη Bjork. Καλύτερα όμως να μην της το πει κανείς αυτό. 

 

H ζωγραφιά που συνοδεύει το κείμενο είναι πρωτότυπο έργο του Αχιλλέα Ραζή.

LOGIN