ΣΤΗΛΕΣ

Λόλα καρδιά φλεγόμενη

Λόλα καρδιά φλεγόμενη

ΟΤΑΝ ΑΚΟΥΩ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΣΕ ΣΚΕΦΤΟΜΑΙ: Η Ηλιάνα Κωτσίλα σε ιστορίες της διπλανής πόρτας.

 

 

Η κυρία Λόλα έμενε δυο στενά κάτω από το σπίτι μας, στη μεγάλη πολυκατοικία με τη μαρμάρινη είσοδο που μένουν διάφορες κυρίες και στεγάζει και τον φιλανθρωπικό και εξωραϊστικό σύλλογο «Η Αγία Ελεούσα». Είχε μαλλιά ξανθά αλλά όχι πολύ και μάλλον μακριά, πόσο μακριά δεν ξέρω γιατί τα χτένιζε πάντα σ’ έναν ολοστρόγγυλο κότσο στο πίσω μέρος του κεφαλιού της. Το χειμώνα φορούσε συχνά γκρι φούστες μέχρι κάτω από το γόνατο, άλλες φορές με πιέτες κι άλλες χωρίς και ένα παλτό σκούρο πράσινο με χρυσά κουμπιά. Το καλοκαίρι προτιμούσε φούστες και μακρυμάνικα πουκάμισα σε χρώματα παλ, φτιαγμένα από το ίδιο ύφασμα, σαν αυτά που φορά και η μαμά και τα λέει ντε-πιες, μόνο που της μαμάς είναι πιο στενά και πιο κοντά και με μανίκια κοντά ή καθόλου.

Όταν τη συναντούσαμε με την αδερφή μου τη Μαρίνα στο δρόμο, τη χαιρετούσαμε πάντα πολύ ευγενικά. «Χαίρετε Κυρία», της λέγαμε και κάναμε και μια μικρή υπόκλιση γιατί εκτός από γειτόνισσα την είχαμε και δασκάλα στο Κατηχητικό, κι εκείνη μας απαντούσε πάντα «Τι κάνετε καλά μου παιδιά, τους χαιρετισμούς μου στη μητέρα σας» κι ύστερα εμείς πηγαίναμε στη μαμά και της δίναμε τους χαιρετισμούς κι εκείνη έλεγε «Καλό στα μάτια της» και ο μπαμπάς γελούσε λίγο, γιατί μια φορά είχε ακούσει την κυρία Λόλα να λέει στην κυρία Παναγιώτα που έχει το μανάβικο στην οδό Αδάμαντος, πως ο βασιλιάς των λαχανικών είναι το κολοκυθάκι και πως εκείνη τρώει ανελλιπώς τρεις φορές την εβδομάδα κολοκυθάκια βραστά και το Σάββατο τα κάνει τηγανητά με φέτα και ρίγανη.

Τότε η μαμά τον αγριοκοιτούσε κι εγώ με τη Μαρίνα δαγκώναμε τη γλώσσα μας για να μη γελάσουμε κι εμείς, γιατί μια Κυριακή η κυρία Λόλα είχε έρθει στην κατήχηση με ένα παπούτσι μαύρο κι ένα καφέ και μια άλλη φορά που είχε ξεχάσει την πόρτα του γραφείου της ανοιχτή, την είδα να στριφογυρνά με τα χέρια ψηλά και να τραγουδά «Μια φωτιά μου καίει τα στήθια, μια φωτιά, την αλήθεια δεν τη λέω πουθενά». Κι ήταν η φωνή της σα να έκλαιγε και τα μάγουλά της τόσο κόκκινα, που νόμισα πως η καρδιά της αλήθεια είχε πάρει φωτιά και λαμποκοπούσε κάτω απ’ τη μπλούζα της, σαν την Ιερή Καρδιά του Χριστού που έχει η θεία Σιμόνη σε κάδρο πάνω από το κρεβάτι της.

Στανίση Μυστικέ μου έρωτα

Και μπορεί όταν το είπα στη Μαρίνα να με κορόιδεψε, όμως εγώ πιστεύω πως αυτό που έκανε εκείνη τη μέρα την κυρία Λόλα ν’ αστράφτει και να καίγεται μέσα της ήταν το τραγούδι, γιατί και ο μπαμπάς την Πρωτοχρονιά το βράδυ όταν τραγουδούσε «Μυστικέ μου έρωτα, αχ έρωτα κρυφέ, ό,τι τώρα ένιωσα δεν ένιωσα ποτέ» στην κυρία Ελένη που χόρευε πάνω στο τραπεζάκι του σαλονιού, είχε κατακοκκινίσει και μπορεί να ‘χε πάρει και λίγο φωτιά, γι’ αυτό και η μαμά ύστερα καλού κακού του άδειασε ένα ποτήρι νερό στα μούτρα.

Μετά από πέρυσι το καλοκαίρι που τελειώσαμε εγώ την Τετάρτη Δημοτικού και η Μαρίνα την Πέμπτη, δεν ξαναπήγαμε στο Κατηχητικό γιατί γραφτήκαμε στους Προσκόπους. Αλλά και να πηγαίναμε, την κυρία Λόλα δεν θα την ξαναβλέπαμε. Στη γειτονιά είπανε πως αποσύρθηκε από τα εγκόσμια, πως έγινε δηλαδή καλόγρια, αλλά η Τζίνα η Φωτοπούλου, που είναι στην ίδια τάξη με τη Μαρίνα και που η κυρία Λόλα πριν δύο χρόνια της είχε φέρει το φυτολόγιο στο κεφάλι γιατί είχε καρφιτσώσει μέσα μια πράσινη ακρίδα, μας είπε πως αυτά είναι βλακείες και πως η κυρία Λόλα το ‘σκασε νύχτα με τον Λάκη τον πλανόδιο φωτογράφο κι από ‘δω παν’ κι άλλοι. Δεν ξέρω βέβαια να σας πω αν η Τζίνα έλεγε την αλήθεια, γιατί όταν τη ρώτησα γιατί νύχτα και ποιοι είναι οι άλλοι, δεν ήξερε να μου απαντήσει.

LOGIN