ΣΤΗΛΕΣ

Αγάπη μου επικίνδυνη

Αγάπη μου επικίνδυνη

ΠΑΙΖΕΙ ΚΑΜΙΑ ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ; : O Bύρωνας Κριτζάς σε κείμενα που κανείς δε διαβάζει 

 

 

Κάθε φορά που ο Σαββόπουλος βγάζει από τη θήκη την κιθάρα του για να παίξει το «Μη μιλάς άλλο γι’ αγάπη», μια φωνή του υπαγορεύει να αλλάξει το στίχο σε «μη μιλάς άλλο για Dylan», μήπως και έτσι φιμώσει όλους εμάς που ζαλίζουμε τον κόσμο με άρθρα, βιβλία, αναρτήσεις και δημοσιεύσεις σε περιοδικά.

Αναρωτιέμαι συχνά πόσο θα ζαλίζει τον ίδιο το Σαββόπουλο να ακούει 50 χρόνια τώρα ότι είναι «ο Έλληνας Dylan». Προσβολή και κομπλιμέντο μαζί, είναι γεγονός ότι ο χαρακτηρισμός διαθέτει μια λογική βάση, όπως άλλωστε κάθε υπεραπλούστευση: Αρχικά στα 60’s και εν συνεχεία στη Ρεζέρβα, ο Σαββόπουλος πράγματι βρίσκει στον Dylan μια πισίνα ιδεών, τις οποίες και οικειοποιείται. Η διαμαρτυρία του ενός, ο εξηλεκτρισμός, η ανάγνωση των πίσω σελίδων (δλδ. η αναθεώρηση απόψεων), η υπεράσπιση ενός κατηγορούμενου, η ζεστή κατάληξη στην αγκαλιά της Άσπας, είναι ιδέες που ως ένα βαθμό έχουν τη βάση τους εκεί. Όμως ο Σαββόπουλος περισσότερο «χρησιμοποιεί» τον Αμερικανό τροβαδούρο παρά αποτίνει φόρο τιμής σε αυτόν, φτάνοντας τελικά μέσα από την επιρροή σε κάτι γόνιμο, ελληνικό και προσωπικό. Θα λέγαμε πως για τον Σαββόπουλο ο Dylan δεν είναι ακριβώς πρότυπο, αλλά ένας μεγάλος ξάδερφος που του δανείζει δίσκους.

Σαββόπουλος 1965

Παρ’ ότι ο Κώστας Τουρνάς τραγούδησε σε ανύποπτο χρόνο πως «το ροκ το ελληνικό είναι ζεϊμπέκικο», φωνάζοντας και τον Μητροπάνο ως μάρτυρα υπεράσπισης, εκεί γύρω στα τέλη της δεκαετίας του ’60, μέσα στη Χούντα, εμφανίζεται ελληνικό ροκ με τα όλα του. Κι ενώ η θεματολογία των πρώιμων Beatles, των πρώιμων Stones και των Animals προκύπτει αφελής όταν αποδίδεται στα ελληνικά (ακούστε π.χ. τους Olympians ή τα 45άρια του Γιώργου Ρωμανού), ο Dylan φέρει στους στίχους του ένα άλλο βάρος, απαραίτητο σε μια χώρα με ποιητική παράδοση. Όπως επίσης φέρνει και ένα αινιγματικό στοιχείο, προϋπόθεση επιβίωσης μέσα σε ένα καθεστώς που διακόπτει βίαια τη συναυλία των Rolling Stones και στέλνει τον Σαββόπουλο στη φυλακή.

Η απομάκρυνσή βέβαια του Dylan από τα φώτα της δημοσιότητας την ίδια εποχή και η εμφάνιση εντυπωσιακών νέων μουσικών όπως o Ηendrix και ο Santana, θα οδηγήσει πολύ γρήγορα τους Έλληνες ροκ μουσικούς σε νέες αναζητήσεις

 

Παίξε Dylan την κιθάρα σου για ‘μένα

Πολύ μεγαλύτερη, αν και όψιμη, είναι η επιρροή που ασκεί ο Dylan στο ελληνικό τραγούδι της δεκαετίας του ’70 και του ’80. Εμφανιζόμενος πια ως κοινό σημείο αναφοράς. Τόσο στον «Φάνη» των αδερφών Κατσιμίχα (ίσως το καλύτερο ελληνικό protest song), όσο και στη «Φανή» του Βασίλη Καζούλλη, το πνεύμα του Dylan είναι διάχυτο. Οι καιροί όμως έχουν αλλάξει... Δεν είναι τυχαίο ότι και ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου («Με το Μπομπ Ντύλαν») αλλά και ο Βασίλης Καζούλλης («Η Φανή»), αναφέρονται ονομαστικά στον Dylan όχι σαν έναν ήρωα/καθοδηγητή/ εμπνευστή, αλλά σαν έναν κατ’ οίκον παρηγορητή.

Παράλληλα στις δύο αυτές δεκαετίες, του ’70 και του ’80, εντοπίζονται κι άλλες μικρές, διακριτικές εκφάνσεις του ντιλανικού πνεύματος στο ελληνικό τραγούδι. Και δε μιλάμε για απλές αναφορές στο όνομά του... Οι «Σοβαροί Clown» του Σιδηρόπουλου πατάνε στους κατσουφιασμένους κλόουν του “Like a rolling stone”, οι «εμπόροι, οι δασκάλοι κι οι ληστές» του Πορτοκάλογλου μοιάζουν με ντιλανικές φιγούρες, ενώ ένα νέο ρεύμα σόλο τραγουδοποιών που λένε ιστορίες (Βαγγέλης Γερμανός, Bασίλης Νικολαΐδης κ.α.) δείχνει να ξέρει καλά την ντιλανική παράδοση, μπλέκοντας τη δυτική μπαλάντα με την ελληνική λαϊκή διανόηση. Ασφαλώς ο άνθρωπός μας δεν ήταν ο μόνος που έγραψε ιστορία με μια ακουστική κιθάρα στα χέρια, υπήρξε όμως ο πιο εμβληματικός. Κάθε παιδί που περιπλανιέται στην πόλη με μια κιθάρα οφείλει κάτι στον Dylan, έστω κι αν η εν λόγω εικόνα αναδύει πλέον κάτι το γραφικό.

Μούτσης

Κάπου εδώ, ο Dylan μπαίνει από την καμινάδα στο σπίτι του Δήμου Μούτση! Το λαϊκό βιολί και οι ακουστικές κιθάρες του δίσκου Ενέχυρο (1983), δεν είναι παρά μια ώριμη αφομοίωση του ήχου του Desire, λίγο πριν οι ψηφιακές κονσόλες και τα παγωμένα συνθεσάιζερ αρχίσουν να ξελογιάζουν τους ενορχηστρωτές μας. Μολονότι ο ίδιος ο Μούτσης είναι πιθανό να αισθάνεται αμήχανα με την εν λόγω επιρροή, αποφεύγοντας μέχρι και σήμερα να μιλήσει ανοιχτά για αυτή (λες και το να επηρεάζεσαι από τον κορυφαίο τραγουδοποιό του 20ου αιώνα είναι κάτι εύκολο ή κατακριτέο), θα πρέπει να του πιστωθεί ότι υπήρξε ο μόνος Έλληνας συνθέτης που αισθάνθηκε τη βαθιά λαϊκότητα του Dylan. Η παρεΐστικη αύρα του The Basement Tapes, ο working class ερωτισμός του “Lay, lady, lay”, τα φωνητικά γυρίσματα στις έντονες στιγμές του Desire, το αστείο ντύσιμο στο εξώφυλλο του Empire Burlesque, είναι επί μέρους στοιχεία που δημιουργούν ένα κάπως αυθαίρετο αλλά πάντως υπαρκτό νήμα σύνδεσης του Dylan με καλλιτέχνες όπως ο Νίκος Παπάζογλου και ο Μάκης Χριστοδουλόπουλος.

Στον επόμενο δίσκο του Moύτση, το Να..!, η ντιλανική επιρροή συρρικνώνεται, ωστόσο τίτλοι όπως «Μην το ψάχνεις …δεν πειράζει» και «Πάει, μας τελείωσε πια» μαρτυρούν πως το πνεύμα του Αμερικανού τραγουδοποιού είναι ακόμα εδώ, ηχώ μιας φυσαρμόνικας που κλαίει. 

 

Να μην είσαι κανενός

Τη δεκαετία του ‘90 ο Βob Dylan παύει να αποτελεί μια ευδιάκριτη επιρροή στο ελληνικό τραγούδι, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δε βρίσκεται εκεί. Η ηθελημένη μελωδική μονοτονία στο «Εκείνη» του Φοίβου Δεληβοριά και η αποδεκτή τάση του Γιάννη Αγγελάκα να μη μιλάει στις συναυλίες, δημιουργούν συνειρμούς. (Προσωπικά, η πρώτη φορά που είδα το πρόσωπο του Dylan ήταν στο booklet του cd Κεφάλι Γεμάτο Χρυσάφι των Τρύπες, το 1996).

Κεφάλι Γεμάτο Χρυσάφι

Παράλληλα, ένα νέο κύμα διασκευών συστήνει τον Dylan στη νεότερη γενιά. Και καθώς τα 60’s ρυτιδιάζουν ξελογιάζοντας νεκρά ακροατήρια, ο ίδιος γίνεται ξανά δημοφιλής με ένα run εξαιρετικών δίσκων (Τime Out Of Mind, Love Αnd Theft”, Modern Times).

Επηρεάζει όμως ακόμα τους Έλληνες δημιουργούς στον 21ο αιώνα; Και αν ναι, η επιρροή αυτή έχει πάντα θετική χροιά;

Στη σημερινή εποχή, ο Dylan, όπως κάθε μείζον καλλιτέχνης από το παρελθόν, είναι σπουδή και παγίδα. Και εξηγούμαι: Από τη μία υπάρχουν στιχουργοί που του κλείνουν το μάτι έχοντας προηγουμένως δημιουργήσει ένα προσωπικό σύμπαν. Για παράδειγμα, ο στίχος «όπως και να παίξεις/ πάντα υπάρχει κάτι να χαθεί» που γράφει ο Δεληβοριάς το 2011, πατάει στο “when you think that you lost everything/ you find out you can always lose a little more” του Dylan, χωρίς όμως άλλη σύνδεση με το τραγούδι “Tryin’ to get to heaven” - και μάλιστα σε έναν σύγχρονο ηχητικό καμβά. Kι από την άλλη, υπάρχουν δημιουργοί που στρέφονται στον Dylan με την επικίνδυνη (για τους ίδιους) αγάπη ενός fan! Όταν ο καθ’ όλα ταλαντούχος τραγουδοποιός Δημήτρης Αρναούτης γράφει το «Να μην είσαι κανενός», η ομοιότητα με το “Forever young” είναι τόσο έντονη, που τελικά προκύπτει ένας άγονος φόρος τιμής.

Πιστεύω αυτό που όλοι αγαπήσαμε στον Bob Dylan είναι η προσωπική, ανατρεπτική του ματιά. Ο διάλογος που άνοιξε με τους ανθρώπους της γενιάς του, ερχόμενος σε φαινομενική ρήξη με το παραδοσιακό αμερικάνικο τραγούδι, ρήξη η οποία στην πραγματικότητα ήταν η ίδια η συνέχειά του. Κατά συνέπεια, το τσογλανάκι που σήμερα εκφέρει άναρθρες λέξεις πάνω σε ένα beat μιλώντας για τα sneakers του, είναι σαφώς πιο κοντά στο πνεύμα του Dylan από το παιδί που διασκευάζει “Like a rolling stone”, ή γράφει ένα τραγούδι στα πρότυπα του “The times they are a-changing”. Μαζί με τους καιρούς, ας αποδεχτούμε ότι αλλάζουν και οι τραγουδοποιοί μας, δείχνοντας προς ένα μέλλον που δεν καταλαβαίνουμε. Αυτή είναι η μόνη πέτρα που κυλάει.

Αχιλλέας Ραζής

Το κείμενο δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο περιοδικό Μετρονόμος (καλοκαίρι 2019).

Oι ζωγραφιές του Dylan έχουν φιλοτεχνηθεί στο παρελθόν από τον εικαστικό αλλά και συνεργάτη του Sounds Greek to me, Αχιλλέα Ραζή. Η πρώτη από αυτές κοσμεί το βιβλίο «Bob Dylan, 100 Τραγούδια – Οι ιστορίες πίσω από αυτά και η σημασία τους», που κυκλοφόρησε το 2016 από τις εκδόσεις Πατάκη.

LOGIN