ΣΤΗΛΕΣ

«Δεν είπε τo αγαπημένο μου»

«Δεν είπε τo αγαπημένο μου»

 ΠΑΙΖΕΙ ΚΑΜΙΑ ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ;: O Bύρωνας Κριτζάς σε κείμενα που κανείς δε διαβάζει.  

 

Κάποτε ρωτήσανε τον Morrissey με ποιο κριτήριο επιλέγει τα κομμάτια που θα πει σε κάθε συναυλία. «Λέω αυτά που θέλω να πω ανάλογα με τη διάθεση», απάντησε.

Πρακτικά, αυτό σημαίνει ότι αρκετοί θεατές που περιμένουν να ακούσουν το αγαπημένο τους τραγούδι, φεύγουν από τις συναυλίες του παραπονεμένοι. Και κάπου εδώ ξεκινάει μια μεγάλη συζήτηση...

Προφανώς ο καλλιτέχνης που δίνει μια συναυλία, μπαίνει ως ένα βαθμό σε ρόλο διασκεδαστή. Η μεγαλύτερη παγίδα όμως για εκείνον, είναι η ανησυχία μήπως και το κοινό δεν ικανοποιηθεί πλήρως, μήπως δεν εγκλιματιστεί. Τι θα συμβεί δηλαδή αν ο Θοδωρής δεν αντιληφθεί ποιο είναι το σωστό τραγούδι για story στο Instagram; Eδώ σας θέλω!

Οι καλλιτέχνες είναι πλάσματα ανασφαλή. Αυτό δεν είναι απαραίτητα αρνητικό – μάλιστα συχνά τους κάνει αυστηρούς με τον εαυτό τους. Όταν όμως αρχίζουν αν αντιλαμβάνονται το κοινό ως αφεντικό και πελατεία, οδηγούνται σταδιακά σε ένα παγιωμένο setlist. Η τακτική του άτυπου greatest hits, μολονότι συνεπής στους άγραφους κανόνες της διασκέδασης και τις προτροπές του μαγαζάτορα, τους κλείνει σε ένα πεδίο ανελευθερίας. Και την ίδια στιγμή, ο μυημένος ακροατής που δεν ταυτίστηκε μονάχα τα χιτάκια τους αλλά έσκυψε στο σύνολο του έργου τους, με την εν λόγω τακτική αισθάνεται παραγκωνισμένος, προδομένος. Αντιλαμβάνεται πως η βραδιά δεν απευθύνεται τόσο σε εκείνον, όσο στο μεγάλο κοινό που αναζητά εύκολες συγκινήσεις. Νιώθει ο γκρινιάρης της παρέας. Βασικά, είναι ο γκρινιάρης της παρέας.

πλήθος

Από τον Παύλο Παυλίδη έως τον Κ. Βήτα και τον The Boy υπάρχουν και καλλιτέχνες που ΔΕΝ αισθάνονται αναγκασμένοι να παίξουν όλα τα πολύ γνωστά τους τραγούδια σε κάθε live. Δυστυχώς, είναι η μειοψηφία. Οι περισσότεροι υποτιμούν τους μυημένους ακροατές τους για να κερδίσουν παλαμάκια. Ασφαλώς, το να σκαλίσεις την παλιά σου δισκογραφία και να παίξεις κομμάτια που δεν έκαναν επιτυχία, τα οποία ούτε και ο ίδιος θυμάσαι καλά-καλά, σημαίνει έξτρα δουλειά. Και μάλιστα έξτρα δουλειά για κάτι που ελάχιστοι θα εκτιμήσουν. Εκεί όμως είναι που δείχνεις ότι σέβεσαι αυτούς που αγάπησαν συνολικά το έργο σου - και όχι μόνο την προβεβλημένη επιφάνειά του.

Σωστός τρόπος για να χτιστεί ένα ψυχαγωγικό πρόγραμμα δεν υπάρχει. Και σίγουρα, όταν πας σε συναυλία του Καζούλλη θέλεις να ακούσεις και τη «Φανή», κακά τα ψέματα. Χρειάζεται πάντως να χτιστεί μέσα στα χρόνια μια σχέση εμπιστοσύνης ανάμεσα στον περφόρμερ και το κοινό του. Τότε και μόνο τότε μπορεί μια συναυλία να λογαριαστεί ως καλλιτεχνικό γεγονός. Ειδάλλως καταλήγουμε σε ένα εντελώς προβλέψιμο ritual - και την άλλη μέρα τα κορίτσια στις παραλίες φωτογραφίζουν τα πόδια τους χωρίς να νοιάζονται για τίποτα.

LOGIN