ΣΤΗΛΕΣ

Ένα τραγούδι του Ζαμπέτα που αντιπαθώ

Ένα τραγούδι του Ζαμπέτα που αντιπαθώ

Ο Βύρωνας Κριτζάς σε κείμενα που κανείς δε διαβάζει.

 

 

Ένα τραγούδι που αντιπαθώ πάρα πολύ είναι το πασίγνωστο «Πάρε ναυτάκι Συριανό», του Ζαμπέτα. Ο κανονικός του τίτλος είναι «Οι θαλασσινοί», κάτι που ομολογώ έμαθα πριν από λίγες μέρες. Το κομμάτι κυκλοφόρησε το 1972, μέσα στη Χούντα, αν και στην πραγματικότητα δεν έχει ηλικία.

Ο λόγος που το αντιπαθώ, είναι μέσα μου αρκετά σαφής: Tο έχω συνδέσει με στριμωγμένα ρεμπετάδικα, τσουγκρίσματα βαρετών ποτηριών, υποχρεωτικά γλέντια, ποικιλίες κρεάτων που αργότερα θα μου δημιουργήσουν πρόβλημα στη χώνεψη και λεπτή μυρωδιά μασχαλίλας. Δεν βλέπω τον εαυτό μου μέσα σε όλα αυτά, ή μάλλον τον έχω δει περισσότερες φορές απ’ ότι θα ‘θελα.

Είναι κι άλλα. Η παλιάς κοπής μαγκιά του Γιώργου Ζαμπέτα, διάχυτη σε ένα κομμάτι όπως αυτό, λίγα έχει να μου πει. Κουβαλά μια γραφικότητα που δεν βρίσκω καν χαριτωμένη. Ο δε χασαποσέρβικος χορός, του οποίου τα βήμα ποτέ δεν μπορούσα ν’ ακολουθήσω, με σπρώχνει έξω από αυτό που οι άλλοι αποκαλούν «διασκέδαση». Κυρίως με κάνει να κοιτάω το ρολόι, σκεπτόμενος αν είναι αγένεια να φύγω από τόσο νωρίς.

ναυτάκι

Αν αγάπησα το λαϊκό τραγούδι μέσα στα χρόνια, αυτό συνέβη κυρίως στο καθιστικό μου, στο λάπτοπ μου. Το λεγόμενο λαϊκό μαγαζί ποτέ δεν μου πήγαινε και ποτέ δεν του πήγα – κι ας τρέφω μια εγγενή συμπάθεια για την έντονα βαμένη τραγουδίστρια με το μίνι και τον μπουζουξή που τη σιγοντάρει.  Χαζεύοντας μεσόκοπες κυρίες αγκαλιασμένες με νέα παιδιά να χοροπηδούν ρυθμικά, σε χασαποσέρβικο πάντα ρυθμό, κυρίως αισθάνομαι μια καταπίεση. Από τα μεσημεριάτικα σχολικά γλέντια σε ένα μαγαζί που το έλεγαν «Αμέθυστο» μέχρι τους γάμους μακρινών συγγενών, ένιωσα πολλές φορές μια θεοποίηση του αλκοόλ σε χαμηλά ποτήρια, χωρίς υψηλές απαιτήσεις πέρα από το «να ευθυμήσουμε» - και η δική μου ευθυμία σπανίως έρχεται προγραμματισμένα. Εξ ου και κρατάω σε απόσταση τις Απόκριες, τα πρωτοχρονιάτικα πάρτι κλπ κλπ.

Οι καλοραμμένοι στίχοι του Στέλιου Γεράνη, για να επιστρέψω στο τραγούδι, επίσης δε με συγκινούν. «Πάρε ναυτάκι, ναυτάκι Συριανό/ λοστρόμο Πειραιώτη/ μηχανικό Μυτηλινιό, τιμόνι Καλαματιανό/ και Καπετάνιο Χιώτη». Ουσιαστικά ο στιχουργός φαντάζεται εργαζόμενα παλικαράκια από διαφορετικά μέρη να αποτελούν μια μικρογραφία της Ελλάδας. Δουλευταράδες άντρες, που αντί να βροντοχτυπούν τις χάντρες, έρχονται να σε πάρουν από τα βάσανά σου. Τα βάσανα της Χούντας, τα βάσανα ενός αδιέξοδου έρωτα, τα βάσανα της ζωής... Εντάξει, τώρα που το ξανασκέφτομαι, μια χαρά είναι το τραγούδι, βγάζει χαρά από τη λύπη. Αυτό που κυρίως με απωθεί είναι η αλλοίωσή του από την υπερβολική χρήση. Και αυτή η ντε και καλά εξωστρέφεια, που δε μου πάει, παρά μόνο μέσα στο ζόρι της ωρίμανσής μου.

Στο ραδιόφωνο πετυχαίνω συχνά τον τελευταίο καιρό μια εκτέλεση του «Πάρε ναυτάκι Συριανό» από τον Σαββόπουλο, ενώ ο Πορτοκάλογλου του έκανε πριν μερικά χρόνια μια παλιοροκάδικη διασκευή. Εξακολουθώ να μη βρίσκω ενδιαφέρον. Φαίνεται πως η ζημιά είναι ανεπανόρθωτη. Και κάπως έτσι, ένα από τα πιο διαχρονικά τραγούδια διασκέδασης, αναπόσπαστο κομμάτι κάθε λαϊκού προγράμματος, με κάνει όποτε το ακούω να νιώθω ο ξενέρωτος του πάρτι. Πάλι καλά που υπάρχει και αυτό εδώ το site, να ξεδίνω σε κείμενα που κανείς δε διαβάζει. Τα λέμε στο γάμο σας.

zampetas12

LOGIN