ΣΤΗΛΕΣ

Έχω τόσα να θυμάμαι από σένα

Έχω τόσα να θυμάμαι από σένα

ΠΑΙΖΕΙ ΚΑΜΙΑ ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ;: O Bύρωνας Κριτζάς σε κείμενα που κανείς δε διαβάζει 

 

Μπορείς να σκεφτείς πολλά για την Άννα Βίσση, αλλά η πρώτη εικόνα που σου έρχεται σήμερα στο μυαλό είναι λογικά αυτή της 60αρας που «το λέει ακόμα η καρδιά της». Κάποιοι συγκινούνται, κάποιοι όχι. Όταν τραγουδάει το «Δώδεκα» και πετάγονται οι φλέβες του λαιμού της πολλοί βουρκώνουν, αλλά υπάρχουν κι εκείνοι που νιώθουν πως δεν τρέχει και τίποτα, ένα σώου είναι όλα, εντάξει, σιγά τ’ αυγά.

Ψάχνοντας τη διάδοχο της Βίσση στο σήμερα, ή τέλος πάντων ό,τι κοντινότερο υπάρχει στην ελληνική μουσική που να της μοιάζει, βρίσκουμε τη Φουρέιρα να χαίρεται με την επιτυχία της στα ισπανικά charts, τη Monika να κυκλοφορεί τον πρώτο της ελληνόφωνο δίσκο, τη Μποφίλιου να φωνάζει, γενικώς κορίτσια πετυχημένα που έχουν μια αδιαμφισβήτητη natural λάμψη χωρίς απαραίτητα αυτή να συνοδεύεται από κάποιο γενικής αποδοχής καλλιτεχνικό credential. Η εγχώρια ποπ του 2019 τρέχει λαχανιασμένα πίσω από την Panik Records, που κι αυτή με τη σειρά της σε κατάσταση πανικού (see what I did there?) αναζητά το επόμενο χιτ. Η Βίσση είναι η πιο παλιά καραβάνα σ’ αυτό το τερέν. Ταυτόχρονα, είναι η μόνη ποπ τραγουδίστρια που παραμένει δημοφιλής χωρίς την ανάγκη του cult, της 90’s νοσταλγίας ή της ντεμοντέ αισθητικής του τύπου «τα τραγούδια της ψυχής μου». Εκτός αν θεωρείτε ποπ τη Μαρινέλλα, οπότε πάσο.

Το θέμα μας εδώ είναι άλλο: Πόσο σημαντική είναι τελικά η δισκογραφία της Άννας Βίσση; Και σε ποιο βαθμό το εμπορικό peak που είχε στα χρυσά χρόνια των ελληνάδικων επισκιάζει τα όσα σημαντικά προηγήθηκαν στα 70’s και τα 80’s;

vissi 80

 

ΛΕΓΟΝΤΑΣ ΚΑΙ ΚΛΑΙΓΟΝΤΑΣ

Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Τέλη δεκαετίας του ’60, η Βίσση ξεκινά την πορεία της ως παιδί-θαύμα, δίνοντας κονσέρτα με την αδερφή της τη Λία στην Κύπρο πριν ακόμα μπει καλά-καλά στο Γυμνάσιο. Στα 15 της, έχει πείσει τους γονείς της να μετακομίσουν από την Κύπρο στην Αθήνα για να κυνηγήσει το όνειρό της. Το τραγούδι με το οποίο μπαίνει στη δισκογραφία είναι το «Λέγοντας και κλαίγοντας» (1973), στο οποίο σιγοντάρει τον Γιάννη Καλατζή.

Ο τίτλος του τραγουδιού από μόνος του λέει πολλά. Αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα μιας εποχής που γεννούσε και ζητούσε κομμάτια με δάκρυ, πόνο, γιασεμί, Παναγιά, παλικάρι και δειλινό. Στίχοι της πίκρας και μελωδίες που σου πλακώνουνε την ψυχή, από ένα κοριτσάκι σαν τα κρύα τα νερά, που για να ενταχθεί έπρεπε σώνει και καλά να φοράει μαύρα και να δείχνει μελαγχολικό.

ANNABISH5

Μέντορας και σύντροφος της Άννας Βίσση στα χρόνια αυτά, είναι o Γιώργος Νταλάρας. Από το πόστο του Β’ Γυναικείου Ρόλου, το 1974 θα τραγουδήσει μαζί του Kουγιουμτζή και Θεοδωράκη. Είναι η εποχή του πολιτικού τραγουδιού, της αλληγορίας, της ποίησης. Είναι η εποχή της Μεταπολίτευσης. Ανήλικη ακόμα, αλλά με εντυπωσιακά καλή φωνή, η μικρή Άννα στέκεται στο ύψος των περιστάσεων. Στην πραγματικότητα, βρίσκεται έξω απ’ τα νερά της: «Το λαϊκό τραγούδι εμένα με φόβιζε» θα εξομολογούταν στην τηλεοπτική εκπομπή “Sold out” του Γιώργου Παπαδάκη το 2013. «Ερχόμουν από την Κύπρο και τα ακούσματά μου ήταν Beatles, Rolling Stones, Julie Andrews ξέρω ‘γω…». Παραφράζοντας έναν στίχο του Mick Jagger, τι μπορεί να κάνει ένα φτωχό κοριτσάκι στα μέσα των 70’s, εκτός από το να τραγουδήσει για μικρές πολιτείες και πικρές πατρίδες;

Οι εποχές αλλάζουν, ασφαλώς, αλλά εν έτει 2019 υπάρχει ακόμα μια συντηρητική μερίδα του ακροατηρίου που πιστεύει ότι μετά τον Κουγιουμτζή η Βίσση πήρε «το στραβό το δρόμο». Σε βίντεο του YouTube που τη δείχνει να τραγουδάει στο μακρινό 1973, ένας θεατής σχολιάζει: «πριν πάρει τον δρόμο για την ξενιτιά, πριν γνωρίσει τον Καρβέλα, πριν πάρει κόκα-κόλα, πριν πάρουν τα μυαλά της αέρα, πριν το ξεφτιλίσει. ΤΟΤΕ».

Κι όμως! Η Βίσση αποκτά αληθινή καλλιτεχνική υπόσταση σε αυτήν ακριβώς τη στροφή. Πηγαίνοντας από το ασπρόμαυρο στο πολύχρωμο, από το λαϊκό στη δυτική ποπ, από το σοβαρό στο ελαφρύ. Μετά από ένα χλιαρό προσωπικό ντεμπούτο (Ας Κάνουμε Απόψε Μια Αρχή - 1977), το μεταβατικό Κίτρινο Γαλάζιο τη βρίσκει να αγκαλιάζει το ευρωπαϊκό τραγούδι της εποχής της, τη disco («Αυτός που περιμένω»), αλλά και το είδος της μεγαλοπρεπούς μπαλάντας που θα τελειοποιούσε λίγα χρόνια μετά. «Προσπάθησα να κάνω κάτι καινούργιο», σημειώνει η ίδια στο σημείωμα του δίσκου. Ποιος μπορεί να την κατηγορήσει;

44305766 2126485967396621 4635377165406306304 n

Ανοίγουμε εδώ μια παρένθεση για να πούμε ότι στο μεταξύ, το 1977, η Βίσση συνεργάζεται σε επίπεδο ζωντανών εμφανίσεων με τη Χαρούλα Αλεξίου και τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου. Νέες φωνές που είχαν μαθητεύσει στους μεγάλους συνθέτες και επιχειρούσαν πλέον να μιλήσουν στην καινούργια γενιά, εκφράζοντάς την τελικά στην πορεία μέσα από διαφορετικούς δρόμους. Κλείνει η παρένθεση, εσείς αν θέλετε κρατήστε την ανοιχτή, όπως έλεγε και ο Πανούσης.

Ο δίσκος Ναι που ακολουθεί το 1980, αποτελεί κορύφωση της πρώτης αυτής ποπ περιόδου για τη Βίσση. Είναι η εποχή του «Όσο έχω φωνή», του «Το ξέρω θα ‘ρθεις ξανά» και του «Δεν είμαι μοναχή», τραγούδι το οποίο σήμερα μπορεί να μη μνημονεύεται από κανέναν, αλλά αποτελεί υπόδειγμα ποπ ηχοληψίας. Είναι γνωστό στους καλλιτεχνικούς κύκλους ότι την εποχή εκείνη η Βίσση θα επισύναπτε δεσμό με τον ηχολήπτη του δίσκου Κώστα Φασόλα - πιθανότατα ως ένδειξη ευγνωμοσύνης..!

 

ΕΙΜΑΙ ΤΟ ΣΗΜΕΡΑ ΚΙ ΕΙΣΑΙ ΤΟ ΧΘΕΣ

Για να το πούμε απλά, η καθιέρωση του Καρβέλα στην 80’s τραγουδοποιία και την γενικότερη καλλιτεχνική εξέλιξη της Βίσση, φέρνει μια «πουτανιά». Υπογράφοντας αρχικά ως Νίκος Λεονάρδος, συνεχίζει την πορεία της μούσας του προσεγγίζοντας τις μόδες τις εποχής με εξαιρετικά δείγματα γραφής, όπως το «Θα μπορούσα» και το «Καλημέρα καινούργια μου αγάπη». Εκεί όμως όπου η Βίσση έχει πια εδραιώσει έναν σαφή ποπ χαρακτήρα, κάπως ευρωπαϊκό και αριστοκρατικό μάλιστα, ο ανατρεπτικός Καρβέλας ανακατεύει εκ νέου την τράπουλα, μπλέκοντας το disco/pop στοιχείο με το λαϊκό. Τα «Είμαι το σήμερα κι είσαι το χθες» και «Κι έχω τόσα να θυμάμαι» αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα «μεσοβέζικης» τραγουδοποιίας, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν είναι καλά τραγούδια.   

r4234t3tgy 2

To τι ακριβώς ζητά η μάζα κατά το πρώτο μισό των 80’s είναι, για πρώτη ίσως φορά στην ιστορία του ελληνικού τραγουδιού, αρκετά θολό. Πού βρισκόμαστε; Ποιο είναι το mainstream; Ποιο είναι το σήμερα και ποιο είναι το χθες; Υπάρχει κάτι πέρα από το δίπολο ροκάδες/καρεκλάδες; Από τη μία έχουμε σπουδαίες ποπ καταθέσεις που βρίσκουν το δρόμο για το μεγάλο κοινό (το «Μην της το πεις» του Τουρνά, το «Είπες πως» των 2002GR, το «Ρίτα Ριτάκι» των Κατσιμίχα) κι από την άλλη το μπουζούκι παραμένει καθεστώς, με οδηγούς το Στράτο Διονυσίου, τη Ρίτα Σακελλαρίου κλπ.

Η Βίσση εκείνης της εποχής δεν κυνηγά τους συνθέτες των μεγάλων επιτυχιών, όπως ο Σπανός και ο Χατζηνάσιος. Έχει τον δικό της και το προσπαθούν μαζί, με minor hits που ακούγονται λιγάκι και μετά ξεχνιούνται. Ο Καρβέλας σχετικά άγνωστος ακόμα στον πολύ κόσμο, προσπαθεί με κάτι συγκροτήματα να κάνει το μπαμ, βλέπει ότι δεν τραβάει το πράγμα και ψάχνει λύσεις. Καλλιτεχνικά, προσωπικά, βιοποριστικά. Με μια αμφίβολη, μπερδεμένη λαϊκορόκ αισθητική πάντα, που ξεκινάει από τα ρούχα του και φτάνει ως τις ενορχηστρώσεις του.

R 4219753 1358884455 7272.jpeg

Είναι στα χρόνια αυτά που η Βίσση θα επιχειρήσει το πρώτο της δειλό άνοιγμα στο αγγλόφωνο, υπογράφοντας η ίδια (;) στίχους και μουσική στο single “Love is a lonely weekend”. Ουσιαστικά πρόκειται για την αγγλική version του «Μόνο η αγάπη», με το οποίο εκπροσώπησε επάξια την Κύπρο στη Eurovision. Λίγο η αποτυχημένη απόπειρα δημιουργίας ενός ανεξάρτητου label με τον Καρβέλα (CarVi), λίγο ο γάμος και το παιδί που ακολούθησαν, η Βίσση δεν πραγματοποίησε ποτέ τελικά το μεγάλο βήμα προς τα έξω – μένοντας σε ορισμένες φιλότιμες μεμονωμένες προσπάθειες. Ο πόθος μιας διεθνούς καριέρας θα την ταλαιπωρούσε συχνά στο μέλλον, με μια θεμιτή ως ένα βαθμό επεκτατική τάση, αλλά χωρίς σαφή καλλιτεχνική πρόταση.

Το 1985, στο εξώφυλλο του δίσκου Κάτι Συμβαίνει, η ίδια ποζάρει με μοντέρνο κούρεμα που θυμίζει Madonna και Prince. Η αλήθεια βρίσκεται στις τρίχες προφανώς – και η τεράστια επιτυχία του «Δώδεκα» είναι ακόμα μια απόδειξη ότι ο μέσος Έλληνας δεν ζητάει πια μόνο μπουζούκι.

Στους πολύ καλούς ποπ δίσκους που ακολουθούν, Η Επόμενη Κίνηση και Τώρα, για να μη χαλάσει το γούρι, ο Καρβέλας βάζει ξανά μια επιβλητική ποπ μπαλάντα στο ξεκίνημα της Β’ πλευράς, ακριβώς όπως είχε κάνει με το «Δώδεκα». Το αποτέλεσμα των δικαιώνει: Το «Πράγματα» και «Τα μαθητικά τα χρόνια» είναι μεγάλα highlights στη δισκογραφία της Βίσση, σε υψηλότατα επίπεδα έμπνευσης, με το δεύτερο μάλιστα να σηματοδοτεί μία από τις ελάχιστες φορές που η ίδια απλώθηκε σε μια θεματολογία πέραν του έρωτα. 

 

ΟΛΑ ΗΤΑΝ ΨΕΥΤΙΚΑ;

Φτάνοντας πια στα τέλη των 80’s, η μόδα υπαγορεύει ότι ένα synthesizer αρκεί για να κάνεις δίσκο – και κάπως έτσι η Βίσση μας τραγουδάει το «Ψεύτικα» πάνω από …ψεύτικα ντραμς, με έναν ήχο παγωμένο, ψυχρό, σε πλήρη αντίθεση με τη θέρμη των ερμηνειών της. Ανατολή και Δύση μπλεγμένη, χωρίς όμως την αισθητική που θα δικαίωνε την τόλμη. Όπως διαβάζουμε στην πάντα έγκυρη Wikipedia, η τραγουδίστρια διατηρούσε «αμφιβολίες» για το συγκεκριμένο τραγούδι «λόγω του εντελώς διαφορετικού στυλ του». Αυτό το «διαφορετικό στιλ», για κάποιο λόγο συγχρονίζεται απόλυτα με τη γενική μετακίνηση του μεγάλου κοινού και των εταιριών προς τα λεγόμενα «ελληνάδικα». Και κάπως έτσι, το χάσμα μεταξύ ποιοτικού και εμπορικού τραγουδιού θα μεγαλώσει, το έντεχνο και το ροκ σύντομα θα προβάλλουν ποιοτικό αντίλογο και η ποπ θα πέσει στα ευλύγιστα γόνατα του Σάκη Ρουβά, παρασυρόμενη από την ακίνδυνη τρέλα του. Για κάθε πιάτο μακαρόνια με κιμά που σερβιριζόταν, μια έφηβη κλειδωνόταν στο δωμάτιό της για να γλύψει ένα λιωμένο παγωτό.

1998 02

Στα επόμενα χρόνια (και μέχρι σήμερα βασικά) η Βίσση θα αυτοπαγιδευτεί ποικιλοτρόπως. Η επαρχιώτικη λατρεία της νεοϋορκέζικης λάμψης, η στάμπα της gay ιέρειας στα πρότυπα της Madonna, η αγκίστρωση στους κανόνες του νυχτοκάματου (ακόμα και με το άλλοθι της αλητείας), η παγίδα μιας αλα-Mick Jagger ενέργειας, η ταμπέλα της «Απόλυτης» που πρέπει πάση θυσία να παραμείνει νέα, πρώτη και καλύτερη, λειτούργησαν και λειτουργούν ακόμα εις βάρος των πολλών καλών τραγουδιών της.

Κι όμως, στα τέλη των 70’s, το μικρό κορίτσι που η ίδια υπήρξε άνοιξε φτερά, ακολουθώντας έναν δρόμο πολύχρωμο, ζωηρό, ανατρεπτικό. Θα ήταν κρίμα να ξεχάσουμε αυτή τη στροφή και τα όμορφα τραγούδια της. Αλήθεια, ποιος θα προτιμούσε να ακούσει σήμερα την Άννα Βίσση σε μελοποιημένη ποίηση; Ποιος θα έβρισκε ενδιαφέρον ένα καλλιτεχνικό reunion με τον Γιώργο Νταλάρα; Στο τέλος της μέρας, ίσως το άλμπουμ Τώρα του '88 να έχει τη δική του αξία μέσα στο παλιό δισκάδικο – κι ίσως η Βίσση να φιλάει στο στόμα τον κόσμο γύρω της επειδή ξέρει καλά ότι της ανήκει.

texnopoli 2019

LOGIN