ΣΤΗΛΕΣ

«Λαϊκά δεν ακούω, μου αρέσουν όμως τα ρεμπέτικα και τα παραδοσιακά»

«Λαϊκά δεν ακούω, μου αρέσουν όμως τα ρεμπέτικα και τα παραδοσιακά»

ΠΑΙΖΕΙ ΚΑΜΙΑ ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ;: O Bύρωνας Κριτζάς σε κείμενα που κανείς δε διαβάζει. 

 

Όλο και πιο συχνά τελευταία παρατηρώ μια τάση αποθέωσης του ρεμπέτικου τραγουδιού ως κάτι το αυθεντικό, κάτι που καταφέρνει με λίγα λόγια να λέει πολλά πράγματα, κουβαλώντας έναν ωραίο συνδυασμό ταπεινότητας και αρχοντιάς. Ανάλογη είναι και η στάση του κόσμου απέναντι στα γλέντια παραδοσιακής μουσικής, όπου και έχουν μαζευτεί (με τη βοήθεια του νοτιά) οι στάχτες του έντεχνου.

Την ίδια στιγμή, ένας τεράστιος πλούτος μεταγενέστερου λαϊκού τραγουδιού, που ξεκινάει από το μαύρο πιάνο του Μίκη Θεοδωράκη, περνάει από τις μπούκλες του Πάριου και φτάνει μέχρι το ραδιοφωνάκι της μαμάς στην κουζίνα, έχει περάσει σήμερα στα αζήτητα, τουλάχιστον από τους νέους ανθρώπους. Ακόμα και τα μικρά λαϊκά μαγαζιά, στα καρεκλάκια των οποίων στριμώχνονται ακόμα μαθητές και φοιτητές, ως «ρεμπετάδικα» επιβιώνουν.

Δεν είναι ν’ απορείς. Από τη δεκαετία του 1980 κι έπειτα το λαϊκό ταυτίστηκε με το νεοπλουτισμό, την κακογουστιά, το ΠΑΣΟΚ, τον ψεύτικο πόνο, τη βαριά κολόνια, τη νοσηρή πλευρά του Έλληνα. Έτσι, όταν ένα νέο παιδί σήμερα πει «εγώ ακούω λαϊκά», δε σκεφτόμαστε προφανώς ότι βάζει στο πικάπ Σταύρο Κουγιουμτζή, αλλά ότι εκτονώνεται σε συγκεκριμένους χώρους διασκέδασης, με συγκεκριμένο τρόπο, κουβαλώντας λίγο-πολύ μια συγκεκριμένη νοοτροπία. Η απόσταση που κρατάμε από τα γούστα του, βασίζεται κυρίως σε παράγοντες αισθητικούς, όχι καλλιτεχνικούς.

lecture 04378 slide 005

Θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι το λαϊκό τραγούδι της μοντέρνας εποχής είναι η παραμόρφωση αυτού που κάποτε ονομαζόταν λαϊκό. Μια κουλτούρα που της παραδόθηκε κάτι αγνό και, άθελά της ίσως, από μια δίψα για κέρδος και μια τάση για ομοιομορφία, το έκανε τερατώδες. Δυστυχώς, αυτή η εξέλιξη παίρνει παραμάζωμα όλο το λαϊκό τραγούδι της περιόδου 1960-2000 ανεξαιρέτως. Το οποίο είτε απαξιώνεται ως ξεπερασμένο, είτε αναβιώνει σε κακόγουστα τηλεοπτικά αφιερώματα, με αφόρητα γνώριμες εικόνες: Η μαύρη κορδέλα που περνάει στο σβέρκο του ο Χρήστος Νικολόπουλος για να στηρίξει το μπουζούκι του αναδύει κάτι το πένθιμο και το μερακλομένο σέξι μοντέλο είναι η νόμιμη καύλα του 60άρη που δεν έχει Instagram.

Το ρεμπέτικο, αντίθετα, θριαμβεύει. Αρέσει σε όλους! Είναι cool και «νόμιμο» ταυτόχρονα. Είναι ο Άγιος που κάθεται στο διπλανό σκαμπό, με ουίσκι και νερό.

Διαφωνήστε αν θέλετε, αλλά πιστεύω πως η σημερινή αποθέωση του ρεμπέτικου, από το Ηρώδειο μέχρι τα γούστα της όμορφης δεσποινίδος, οφείλεται πρωτίστως στο γεγονός ότι όλοι οι εκπρόσωποί του έχουν πεθάνει και μετά στην τεράστια αξία του. Οι μεγάλοι του είδους, ο Τσιτσάνης, ο Βαμβακάρης, ο Παπαϊωάννου, η Μπέλλου κλπ, είναι ιερές φιγούρες που υψώνονται πάνω από εμάς πολύ απλά γιατί δε ζουν με εμάς. Δεν μπλέκουν με τα πολιτικά, δεν εμφανίζονται στα μαγαζιά για να τους βαρεθούμε, δεν τοποθετούνται για τη Μακεδονία, δεν προσπαθούν να πάρουν το λόγο από τον Αντώνη Κανάκη. Αντίθετα, οι επίγονοί τους, τα παραμορφωμένα λαϊκά τους παιδιά, είναι ακόμα εδώ. Παραδομένοι οι περισσότεροι. Μοιάζουν γελοίοι ενίοτε μέσα στα ιλουστρασιόν videoclips τους, όμως κάτω από την πανοπλία που φοράνε για να επιβιώσουν μπορεί ακόμα να δει κανείς κάτι όμορφο, μια ανάγκη του κόσμου να ενωθεί βασικά.

39080765 2176898885933079 6452966814941970432 n

Μαζί με την αγιοποίηση του ρεμπέτικου, έχουμε βέβαια και την επιβολή του παραδοσιακού, η οποία ευτυχώς τα τελευταία 1-2 χρόνια δείχνει να υποχωρεί και καιρός της ήταν. Εδώ τα πράγματα είναι πιο καθαρά, ξεπλυμένα από χορευτικές παραδόσεις και πανηγύρια ζωντανά, σαν το παιδί που παίζει κυνηγητό. Οι μόνες φάλτσες νότες ακούγονται, δυστυχώς, από τον «πειραματισμό» που δήθεν μπλέκει την παράδοση με τον δήθεν σύγχρονο ήχο. Σε τέτοιου είδους πράγματα, μοιραία υποψιάζεται κανείς κάτι το ευκαιριακό. Τα πνευστά του Κωνσταντή ασφαλώς και μπορούν να δέσουν με τον ηλεκτρισμό, χρειάζεται όμως μια πρωτότυπη συνθετική ιδέα, μια στέρεα βάση, μια καλλιτεχνική προσωπικότητα που θα είναι μοναδική (όπως κάθε άνθρωπος είναι μοναδικός) και θα μας συστήσει τον παράξενο εαυτό της.

Ο «Πεχλιβάνης» του Θανάση Παπακωνσταντίνου είναι ήδη 20 χρονών τραγούδι. Το λαϊκό/παραδοσιακό σώμα θα μείνει ζωντανό μόνο εάν αγκαλιάσει τους νέους ανθρώπους και συνδεθεί με τα σημερινά τους ακούσματα - όποια κι αν είναι αυτά. Οι λαϊκοί τραγουδιστές του 2019 δεν είναι οι καρικατούρες του Παντελίδη και της Πάολας, αλλά ο Sin Boy, ο Τoquel και ο FY.

Το ερώτημα είναι το εξής: Θα μπορέσει κάποιος να ποτίσει το μικροβιακό hip hop του μιμητισμού με το νερό μιας προσωπικής έκφρασης, ανεβαίνοντας λίγο πιο πάνω απ’ τα κλισέ;

LOGIN