ΣΤΗΛΕΣ

Νιώθω πως πρέπει να αρχίσουν νέοι αγώνες

Νιώθω πως πρέπει να αρχίσουν νέοι αγώνες

To ελληνικό indie στον 21ο αιώνα. Από τον θρίαμβο της Monika στο παράδοξο των Κόρε. Ύδρο. και από την ξενομανία στην ελληνικότητα, μια περιπέτεια χωρίς σενάριο αλλά με μπόλικη δράση.

Του Βύρωνα Κριτζά(ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ ΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ SONIK).

 

Tον Φεβρουάριο του 2008 βρέθηκα στη συναυλία μιας σχετικά άγνωστης 22χρονης κοπελίτσας, στο loft του Ιανού. Την έλεγαν Monika (επίθετο δεν είχε). Θυμάμαι πάρα πολύ καλά γιατί πήγα να την ακούσω: Είχα διαβάσει μια δισέλιδη συνέντευξή της στην Athens Voice, όπου μου είχε κάνει εντύπωση το σχήμα της μύτης της. Το live ήταν πολύ καλό, όμως δεν το απόλαυσα ακριβώς, το θυμάμαι καλά. Γιατί καθ’ όλη τη διάρκειά, σκεφτόμουν μέσα μου πως είναι κρίμα που ένα τέτοιο κορίτσι θα παραμείνει εκτός παιχνιδιού και θα παίζει πάντα σε μικρούς χώρους. Τα τραγούδια της είχαν βιολιά, ήταν κάπως περίεργα. Η λογική έλεγε ότι δεν αφορούν το μεγάλο κοινό κι συν τοις άλλοις είχαν αγγλικούς στίχους, οπότε τι να λέμε τώρα…

Λίγους μήνες μετά, η Monika ήταν παντού κι εγώ της έπαιρνα συνέντευξη και από την εταιρία δεν μου έδιναν το τηλέφωνό της, παρά λειτουργούσαν ως μεσάζοντες στις συνεννοήσεις, μάλλον για να μην την ενοχλούμε. Ο Αντώνης Ζουγανέλης, promo manager της Archangel εκείνη την εποχή, θυμάται πώς ξεκίνησαν όλα: «Ερχόμασταν από μια πολυεθνική εταιρία και είχαμε φτιάξει μια ανεξάρτητη. Αυτό μας έβαλε σε μια ενεργητική ζωή, που δεν προλαβαίναμε καν να σκεφτούμε τι γινόταν. Θυμάμαι πήγαμε μια μέρα στο ΙΚΕΑ να πάρουμε γραφεία, βγάλαμε τις Ρόδες και έγινε ένας μικρός χαμός, μετά μας έστειλε το δίσκο του ο Παυλίδης, μετά γνωρίσαμε τη Μonika... Όταν άκουσα το demo της, γούσταρα τρελά, το ίδιο και ο Θεοφανέλης (σ.σ.: Πάνος, ιδρυτής της Archangel). Όλο αυτό γινόταν από μόνο του. Κι εμείς να μην ήμασταν, θα ήταν ο Πιλαβάς, θα ήταν ο Κριτζάς, κάποιος θα το έκανε. Έβγαζε μάτι. Η Μonika ήταν έτοιμη για το μεγάλο κοινό, αλλά και ο κόσμος ήταν έτοιμος να τη δεχτεί».

Πολύ γρήγορα, εταιρίες και δημοσιογράφοι αναζητούσαν τη νέα Monika. Η λέξη «έντεχνος» θεωρείτο από κάποιους βρισιά. Το cd του φίλου σου το Παναγιώτη του μπασίστα απ’ την Κυψέλη για κάποιο λόγο είχε όλα τα credits γραμμένα στα αγγλικά και indie μπάντες όπως οι Zebra Tracks ή οι Abbie Gale θεωρούταν από πολλούς ό,τι πιο συναρπαστικό συνέβαινε στην ελληνική μουσική. Πώς δικαιολογούνταν όλα αυτά;

monikaskalia

Ουδείς μπορεί να αμφισβητήσει ότι το Avatar, το ντεμπούτο της Monika που βρέθηκε να ηγείται τότε της indie σκηνής, περιείχε τουλάχιστον 4 φο-βε-ρά τραγούδια: Το “Bloody Sth”, το “Pretend”, το “Over the hill” και το “Babe”. Tα υπόλοιπα κομμάτια ήταν επίσης πολύ καλά, με ευφάνταστες ενορχηστρώσεις και μια ολοκληρωμένη πρόταση που πράγματι μπορούσε «να ξαναορίσει το mainstream στην Ελλάδα», όπως είχε γράψει ο M. Hulot τότε στο Lifo και σε ένα βαθμό το πέτυχε. Το αν γράφτηκαν κάποιες υπερβολές, το αν το δεύτερο άλμπουμ της απεδείχθη κατώτερο των προσδοκιών, είναι μια άλλη συζήτηση, παντελώς άσχετη με το ενστικτώδες ένθερμο καλωσόρισμα ενός ταλαντούχου πρωτοεμφανιζόμενου. Ο πηγαίος ενθουσιασμός δικαιολογείται να είναι και επιπόλαιος.  

Εξυπακούεται πως όταν τρέχεις με φόρα, θα κάνεις και λάθη. Ρωτάω τον Αντώνη Ζουγανέλη αν θεωρεί ότι η Monika «κάηκε» ως ένα βαθμό από την υπερπροβολή, όπως υποψιαζόταν ήδη από το 2010 και μετά μια μερίδα του κοινού της: «Η προώθησή της βασιζόταν σε ένα marketing plan που είχαμε κάνει από την αρχή» αποκαλύπτει σήμερα, για πρώτη φορά. «Kι επειδή η ίδια μας εμπιστεύτηκε, μπορούσαμε να οργανώσουμε και να σκηνοθετήσουμε τα πάντα. Ξέραμε πότε θα κάνει το Θέατρο Βράχων, πότε το Λυκαβηττό και πότε το Ηρώδειο. Ήταν όλα μελετημένα. Αυτό που μπορώ να πω με σιγουριά είναι ότι το πλάνο αυτό δεν ταίριαξε πολύ με την indie κοινότητα. Την ίδια στιγμή όμως, η Monika δεν βγήκε ποτέ σε όλα τα περιοδικά και όλες τις εφημερίδες. Δεν έκανε συνεργασίες. Σταματήσαμε πολλά πράγματα που κινδύνευαν να την αλλοιώσουν. Η Μonika θα μπορούσε να είχε γίνει πολύ περισσότερο mainstream, αν έλεγε στα πάντα ναι, όμως δεν έφυγε ποτέ από τον έλεγχό μας. Επίσης, γράψτο αυτό, προβάλαμε το έργο της και όχι την ίδια. Δεν θέλαμε στις φωτογραφίσεις να βγαίνει σαν Λολίτα ή μοντέλο ή οτιδήποτε. Το αρνητικό ήταν ότι η ίδια έπρεπε να αποκτήσει μια εμπειρία στις συνεντεύξεις της, την οποία τότε δεν είχε. Λίγο το νεαρό της ηλικίας λοιπόν και λίγο ότι όλα έγιναν πολύ γρήγορα και δεν είχαμε προλάβει να κάνουμε καλό δέσιμο μεταξύ μας, σε δυο-τρεις περιπτώσεις υπήρξε ένα backfire».

Εκείνη η Monika του 2008 πάντως, που γνώρισα και άκουσα στον Ιανό, είχε όλο το πακέτο. Αληθινή συνθέτρια, όμορφη, νέα, ταλαντούχα και κάτι που δεν είχαμε ξαναδεί στην Ελλάδα: γυναίκα τραγουδοποιός με αγγλικό στίχο. Η προσωποποίηση της «εναλλακτικής» επιτυχίας, μέσα από ανεξάρτητες δισκογραφικές και free-press, μέσα από τις συνήθειες μιας γενιάς που κυκλοφορούσε στο κέντρο της Αθήνας για να βλέπει γνωστούς (όπως συμβαίνει στην επαρχία και στα χωριά) και παράλληλα ονειρευόταν καριέρα στο εξωτερικό. Αυτό το μπερδεμένο πράγμα, το δήθεν ευρωπαϊκό αλλά κατά βάθος απόλυτα ελληνικό ήταν τότε η Monika και ο κόσμος γύρω της, δηλαδή το Velvet Bus, οι νύχτες στην Αβραμιώτου, τα ποτά στον πεζόδρομο του Pop. Τo στοίχημα είναι να διατηρήσει κανείς στην καρδιά του τα τέσσερα-πέντε όμορφα κι αληθινά πράγματα που γεννήθηκαν δίπλα του (π.χ. τα τέσσερα-πέντε αριστουργηματικά τραγούδια της Monika), αγνοώντας το πλαίσιο και το τελικό σκορ.

«Αν ήμασταν αγγλόφωνη μπάντα, ίσως κάτι να γινότανε»

Η άνοδος της εγχώριας αγγλόφωνης indie σκηνής μπορεί να εξηγηθεί καλύτερα μέσα από μετατοπίσεις που συνέβησαν στην ίδια την ελληνική κοινωνία. Από το 2005 και μετά, όλοι οι νέοι άνθρωποι μπαίνουν στο internet με υψηλές ταχύτητες. Φεύγουν στο εξωτερικό για Erasmus, αλλά και για αναψυχή, πολύ συχνότερα απ’ ότι έκαναν στα νεανικά τους χρόνια οι γονείς τους. Μιλούν με αγγλικές ορολογίες. Διαδίδουν τη μουσική τους μέσω του myspace, που δίνει σε μια μπάντα από το Μπραχάμι την ψευδαίσθηση ότι έχει ίσες ευκαιρίες με μια μπάντα από το Μπρούκλιν – και θεωρητικά πράγματι έχει. Όλα αυτά, σε συνδυασμό με το πρόσφατο μπαμ των Raining Pleasure, που λίγα χρόνια νωρίτερα έχουν σημειώσει κανονική επιτυχία καταθέτοντας ολόφρεσκη ποπ με άψογη βρετανική προφορά, ωθούν πολλά παιδιά στο να γράψουν αγγλικούς στίχους. Οι οποίοι εδώ που τα λέμε είναι πιο εύκολοι, σε εκθέτουν λιγότερο, γίνονται ένα με τη μουσική και ακούγονται πιο cool. Οπότε, γιατί όχι;

Σε ανύποπτο χρόνο, ο Παύλος Παυλίδης έχει δηλώσει πως η έκρηξη του ελληνόφωνου ροκ εκεί στα μέσα της δεκαετίας του ’90, με μπροστάρηδες τις Τρύπες και τα Ξύλινα Σπαθιά, κράτησε στην αφάνεια μερικά πολύ καλά αγγλόφωνα συγκροτήματα. Στη ΜΜΕ (Μετά Μόνικας Εποχή), εκεί προς τα τέλη των 00’s, βιώνουμε το αντίθετο: Τα αγγλόφωνα παίρνουν φόρα και χιλιάδες δημιουργοί προσπαθούν να εξασφαλίσουν μια πρόσκληση στο μεγάλο πάρτι του indie, το οποίο συνήθως τους αφήνει στην απέξω. Μιλώντας στο avopolis.gr και στον γράφοντα το Γενάρη του 2009 για το συγκρότημά του, τους Ελελεύ, ο μακαρίτης Βαγγέλης Βέκιος εκφράζει ένα παράπονο που αξίζει να το θυμηθούμε: «Η μοναδική συναυλία που κάναμε φέτος το καλοκαίρι ήταν στην Ισπανία, σε ένα φεστιβάλ στη Τζερόνα. Εδώ στην Ελλάδα δεν μας ζητήθηκε τίποτα. Αν ήμασταν αγγλόφωνη μπάντα, ίσως κάτι να γινότανε…». Και λίγο παρακάτω θα πει: «Αυτό που γίνεται τώρα με τις αγγλόφωνες μπάντες, είναι το τελείωμά τους. Έτσι όπως έχουν πέσει όλοι πάνω τους, υπάρχει ήδη ένας κορεσμός».

Ασφαλώς, η βενζίνη που κινεί το όχημα του indie είναι το hype – αυτό το ξέρουν όλοι. Και η indie γενιά που γαλουχήθηκε διαβάζοντας το NME και το Pitchfork, την είχε μυριστεί τη δουλειά. Όμως για κάθε γνωρίζοντα που κρατούσε μικρό καλάθι, υπήρχε το αθώο θύμα που διάβαζε διθυράμβους και όταν πήγαινε στα live απορούσε προς τι ο ντόρος. Χαρακτηριστικότερη τέτοια περίπτωση εκεί στις αρχές των 10’s, οι Keep Shelly in Athens. Το παιδί με την κουκούλα κάτι ήξερε και κρυβόταν, γιατί όταν διατυμπανίζεις ότι σε αποθεώνει ο Guardian και εσύ δεν μπορείς να ικανοποιήσεις ούτε ένα Gagarin, πώς να κοιτάξεις μετά το κοινό σου στα μάτια; Την ώρα πάντως που διασκεδαστές όπως οι Burger Project, οι Wedding Singers, oι Imam Baildi και ο Γιάννης Χαρούλης χτίζουν κοινό χωρίς δικό τους ρεπερτόριο, το δίλημμα δεν είναι αν θα επιλέξει κανείς αγγλικό στίχο ή ελληνικό, αλλά αν τον συμφέρει τελικά να χάνει χρόνο γράφοντας τραγούδια. (Ξεφεύγουμε εδώ από το indie πλαίσιο, αλλά για να καταλάβουμε τα όσα συμβαίνουν στην Ελλάδα πρέπει να εξετάσουμε τη συνολική εικόνα).

Κόρε. Ύδρο.

«Γελάνε οι κολλητοί μου/ γελάνε ειρωνικά/ που γράφω τα τραγούδια μου/ με λόγια ελληνικά»

Ο παραπάνω στίχος τραγουδήθηκε από τους Τερμίτες το 1986. Αν ο Μαχαιρίτσας είχε υπακούσει στους άγραφους νόμους του indie, μπορεί να γελούσανε ακόμα οι φίλοι του. Βλέπετε το indie, δεν κατάφερε ποτέ του στ’ αλήθεια να σημειώσει αληθινή επιτυχία στα ελληνικά, πέραν κάποιων εξαιρέσεων που επιβεβαίωναν τον κανόνα. Αλλά ακόμα και οι εξαιρέσεις αυτές, βρήκαν ακροατές μέσα σε μικρούς πυρήνες του ακροατηρίου, εισπράτοντας συχνά γέλιο ή και περιφρόνηση από το ευρύ κοινό.

Οι Kόρε. Ύδρο. είναι οι πρώτοι που έρχονται στο μυαλό. Μια παράδοξη περίπτωση γκρουπ που το 2006, πάντα με βάση την Κέρκυρα, σημειώνει επιτυχία στη Minos EMI με το δίσκο Φτηνή Ποπ Για Την Ελίτ. «Οι Τρύπες και τα Διάφανα Κρίνα που προηγήθηκαν δεν ήταν indie με τη στενή έννοια», λέει ο Π.Ε. Δημητριάδης, νυν φρόντμαν των Παιδιών της Παλαιότητας, από την άλλη γραμμή του τηλεφώνου. «Ούτε στον ήχο τους, ούτε στους εκφραστικούς τρόπους, αλλά ούτε και στις επιρροές. Αμιγώς indie ελληνόφωνο δεν είχε υπάρξει, θεωρώ. Οτιδήποτε δηλαδή είχε μέσα του έναν αέρα δυτικό και ελληνικό στίχο, διέθετε πολύ έντονο και το ελληνικό attitude».

Ένα ερώτημα που προκύπτει, είναι αν ο ελληνικός στίχος αποθάρρυνε κάποιους indie ακροατές από το να θεωρήσουν τους Κόρε. Ύδρο. «δικούς τους». «Το αντίθετο» υποστηρίζει ο Δημητριάδης. «Επειδή υπήρχε ανάγκη τότε για κάτι καινούργιο, κάτι πρωτάκουστο, θεωρώ ότι αυτή μας η ιδαιτερότητα, το “ανάδελφο” στοιχείο που φέραμε, συνηγόρησε στην επιτυχία». Ο ίδιος στην εφηβεία του άκουγε φανατικά Nirvana, R.E.M. και Pavement. Γιατί λοιπόν δεν δοκίμασε να τους μιμηθεί στην αγγλική γλώσσα; «Εγώ έγραφα ποιήματα από την Α’ Δημοτικού», θυμάται. «Ξεκίνησα με τα τετράστιχα που διαβάζαμε στα Ανθολόγια, τα οποία συμπλήρωνα με δικούς μου στίχους. Επιπλέον, η μάνα μου έγραφε ποιήματα θρησκευτικού κυρίως περιεχομένου σε κάτι τετραδιάκια και μας τα διάβαζε όταν είμαστε μικρά. Κατά κάποιον τρόπο, το ζήλευα αυτό το πράγμα και ήθελα να του μοιάσω. (Τα αταβιστικά στοιχεία είναι ανυπέρβλητα…) Γενικώς, η επαφή μου με την ελληνική ποίηση ήταν πολύ πιο φορτισμένη συναισθηματικά και στο κάτω-κάτω ο ξένος στίχος δεν καταλάβαινα και τι έλεγε. Μέχρι σήμερα, δεν έχω γράψει ούτε λέξη στα αγγλικά! Ποτέ! Ούτε καν μου πέρασε απ’ το μυαλό». Θυμάμαι τον Δημητριάδη να αποκαλύπτει σε παλιά του συνέντευξη πως όταν τυπώθηκε η Φτηνή Ποπ, έστειλε ένα αντίτυπο του άλμπουμ στο Pitchfork. Και αναρωτιέμαι: Είχε πράγματι ελπίδες ότι θα γραφτεί κριτική, από ανθρώπους που δεν ήξεραν γρι ελληνικά; «Ελπίδες έχουμε για πολλά πράγματα που είναι άπιαστα» σχολιάζει σήμερα γελώντας. «Και τώρα δηλαδή, μια ελπίδα μας τρέφει».

The Boy Aλέξανδρος Βούλγαρης

Ένα δεύτερο πρόσωπο που συνέβαλε καθοριστικά στην εδραίωση της σχέσης του indie με την ελληνική γλώσσα, είναι βεβαίως ο Αλέξανδρος Βούλγαρης (The Boy). Το 2009, με τον δίσκο Please Make Me Dance, συνδυάζει αγγλικά και ελληνικά, ξαφνιάζοντας πολλά από τα indie kids που τον είχαν γνωρίσει με τους αγγλικούς στίχους των Mary and The Boy. Μέσα στην ίδια χρονιά, το καθοριστικό 2009, ο Νικήτας Κλιντ τολμάει το ανάποδο. Προερχόμενος από τις ελληνόφωνες Ρόδες, στο προσωπικό του πρότζεκτ Cheap Science: Enemy συνδυάζει αγγλικά με ελληνικά. Ένας απόλυτα πηγαίος και σίγουρα γόνιμος αχταρμάς, από δύο ανθρώπους με κεραίες, ταλέντο, ανατρεπτική διάθεση, εσωτερική φλόγα.

Κάπου εδώ αναρωτιόμαστε αν δημιουργοί όπως ο Δημητριάδης και ο Βούλγαρης δημιούργησαν «σχολή απενοχοποίησης» του ελληνικού στίχου σε ένα γενικότερο πλαίσιο. «Φυσικά» απαντά ο πρώτος. «Πάντα υπάρχει συνεξάρτηση μεταξύ μονόφθαλμων». Γεγονός είναι ότι εν έτει 2017, ο ελληνικός και ο αγγλικός στίχος συνυπάρχουν πια στο indie σχεδόν ισόποσα. H Σtella και οι Baby Guru επιλέγουν τη δεύτερη οδό, ο Κτήρια τη Νύχτα και η Another Dyke την πρώτη. Βέβαια το αν πρέπει να θεωρούμε τους παραπάνω καλλιτέχνες indie (σε μια εποχή που μας θέλει να ακούμε μουσική κυρίως μέσα από διαδικτυακές πλατφόρμες, καθιστώντας ανούσια την έννοια του «ανεξάρτητου»), τίθεται υπό αμφισβήτηση. Αν είναι indie όλοι αυτοί, τότε ίσως είμαστε κι εμείς. Indie με κοιλίτσα. 

*Το άρθρο δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο περιοδικό Sonik τον Αύγουστο του 2017. Ο τίτλος προέρχεται από το τραγούδι «Άλλη μια νύχτα σύγχυσης και γέλιου» των Κόρε. Ύδρο.

LOGIN